Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Τα Μεγαλοπαράσκευα




ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
Τα Μεγαλοπαράσκευα, στο τέλος της εσπέρας,
ζύγωνε πέρα απ'' το βουνό, ένας ζεστός αγέρας
και στέγνωνε,όπως πέφτανε στου νάρθηκα τη σκάλα,
τ' άγια της μάνας του Χριστού τα δάκρυα στάλα-στάλα...

Και μοσχοβόλαε στο χωριό, της Παναγιάς το δάκρυ
κι η άνοιξη κι ο μενεξές κι η ασβέστη απ' άκρη σ' άκρη
και τραγουδούσε ο Αρχάγγελος, πέρα απ' τους καφενέδες,
μεθώντας με γλυκό κρασί και μύρο απ' τους μπαξέδες!
..................................
Κι άμα το σούρουπο άπλωνε τα μαύρα τα φτερά του,
ο Ναζωραίος έβγαινε απ' τ' άγιο σκήνωμά του
και πήγαινε και χαίρονταν τη νυχτωμένη Πλάση,
το πανηγύρι των ανθών, των άστρων το γιορτάσι!

Και γύρναγε το χάραμα, απ' ευωδιές πιωμένος,
ίσκιος αλαφροπάτητος,γλυκός και μυρωμένος
κι έβαζε μες στην εκκλησιά τη μάσκα του θανάτου
και χώνονταν κι ησύχαζε μες στ' ανθοσάβανά του !

Πήγαινε ο πετροκότσυφας και στέκονταν στην άκρη
κι έσταζαν τα φτεράκια του της άνοιξης το δάκρυ
κι οι μίσχοι απ' τα γαρούφαλα και τα κομμένα κρίνα,
στα χείλη τ' άνεμου, μικρά γινόντουσαν κλαρίνα

και φύσαε και ξεχύνονταν το μοιριολόι στις στράτες
και τ' άκουγαν και ράγιζαν οι πρωινοί διαβάτες :

"-Άχου ! ένας νιος που χάνεται, με τον ξανθόν Απρίλη
και τρέμουνε τα σύμπαντα στα κρύα του τα χείλη!
Άχου ! κι εσείς που μιαν αυγή, σαν ίσκιοι θα διαβείτε
και θα χαθείτε ολότελα κι οπίσω δεν θα 'ρθείτε..."
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Μεγάλη Πέμπτη



Μια μαύρη πέτρα ετίναξε -παιδί- Μεγάλη Πέμπτη,
άντρεψε, πενηντάρισε κι εκείνη ακόμα πέφτει...
.....................................
...Η πέτρα είναι ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου 
της Γης το Τετραβάγγελο
στην εκκλησιά της Πίνδου,
στα χιόνια γύφτισα γυμνή
βαλκάνια αμαζόνα
σφάζει τ' αγκάθι στην ποδιά
τον άνεμο στο γόνα,
στο Γράμμο, στη Νεμέρτσικα
στου Βίκου το φαράγγι,
προγκάει το μαύρο τ' άσπλαχνο
του Χάρου το σφαλάγγι,
στον ίσκιο της αλυγαριάς
στο πλάγιασμα του πρίνου
στρώνει δροσάτο αγύριστο
γιοφύρι στο κορμί μου
στις δίκοπες αγάπες μου
στο μπρούσκο το κρασί μου
τροχάει το μαύρο κεραυνό
και την υπομονή μου,
γρανίτης πένθιμος γλυκός
μανούλα κι αδερφή μου
η πέτρα είν' ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Ο Τσε κι ο Ναζωραίος κι ο Διάκος...



Κι ο Τσε κι ο Ναζωραίος κι ο Διάκος
κι ο Σπάρτακος κι ο Τζαίημς Ντην,
εφύγαν' πριν της σάρκας το άχθος
πάρει ν' αυξάνει, διότι νυν
κι αεί και σ' όλους τους αιώνες
στους πριν στους τώρα στους μετά,
τα νιάτα ολόδροσοι κυκλώνες
άγιοι δαιμόνοι και στοιχειά
και δύναμη άγια καταλύτρα
και φως και μέγας ποταμός
πάν' την ανθρωπινή τη φύτρα
ψηλά και πρόσω ολοταχώς,
τα νιάτα που φκιαγμένα τα 'ναι
μ' ένα λιπόσαρκο κορμί
κόντρα στο ρεύμα να τραβάνε
και στων πολλών τη λογική,
τα νιάτα οι κοντραμπατζήδες
τα νιάτα οι δυναμιτιστές
τα νιάτα οι βράχοι οι καταιγίδες
τα νιάτα οι φάροι οι αστραπές.
ά. - λεύτερη Πίνδος

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Μπιραλάχ,1982





1982...μια ηχογράφηση, σαράντα σχεδόν χρόνια πριν, σε μια κασέτα MAXELL 60άρα....το πρωτο-πρώτο μου ακορντεόν...το πρώτο τραγούδι που 'μαθα να παίζω....
ΜΠΙΡΑΛΑΧ,1982
Στο πρώτο-πρώτο ακορντεόν το μεταχειρισμένο
-χίλια εννιακόσια ογδόντα δυό- με δόσεις πλερωμένο,
έδωσε-πήρε, πάλεψε, ωσάν το μαθητούδι
κι όταν εντέλει μπόρεσε κι έπαιξε ένα τραγούδι, 

το PHILLIPS εβαλε σιμά το μαγνητοφωνάκι,
κι έπαιξε και τραγούδησε κι εχάρη ωσάν παιδάκι
το "Μπιραλάχ" το ..ινδοπρεπές του Στέλιου Καζαντζίδη.
Πέρασαν χρόνια, το 'φαγε της λησμονιάς το φίδι 

το πρόχειρο ηχογράφημα το από καρδιάς φτιαγμένο,
μέχρι που χτες, πω πω χαρά, τι σού 'ν' το πεπρωμένο,
σαν από θάμα η παλιά η MAXELL η εξηντάρα
βγήκε μπροστά του , τού 'φερε δάκρυ κι ωραία λαχτάρα, 

το χρόνο οπίσω εγύρισε σχεδόν σαράντα χρόνια,
το σπίτι εγίνη μυγδαλιά και στ' ανθισμένα κλώνια,
εστάθη η μάνα κι ο αδερφός και παρακεί ο πατέρας
παρέκεια της Καλούτσιανης ο μαγικός αγέρας 

και παραπέρα η αμάραντη εφηβική του αγάπη,
κι ένας κυκλώνας στο βαθύ μυωπικό του μάτι
σηκώθηκε φτερούγισε διαγούμισε τον πόνο
το χάρο φίλους πού 'φαγε και τον φευγάτο χρόνο, 

και "-Μπιραλάχ!" εβόγκηξε στα Γιάννενα αποπάνω
στου δειλινού τα σύννεφα κι ακόμα παραπάνω
όπου δεν ξέρεις αν πατάς το χώμα της αβύσσου
ή του δικού σου ολάνθιστου και κρύφιου Παραδείσου. 

Και "Μπιραλάχ" και "Μπιραλάχ"
τραγούδησε ως κι ο δρόμος... 

...κι ειχε φυράνει η ζήση του
σαράντα χρόνια όμως.... 

..αιματηρά και βάρβαρα,
απάνθρωπα κι ανόμως.
ά. -λεύτερη Πίνδος-Μεγαλοβδόμαδο του 2016

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Βρέχει στα νοσοκομεία


...βρέχει στα Γιάννενα,παντού βρέχει,στα νοσοκομεία βρέχει κι απ' όξω μα και μέσα, κυρίως μέσα... 

Βρέχει στα νοσοκομεία ,βρέχει απ' όξω βρέχει μέσα,
την κοιτάζουνε οι αρρώστοι τη βροχή σαν πριγκηπέσσα
δακρυσμένη, στο δασύλλιο ,στο στενάχωρο μπαλκόνι, 
στο ξασβέστωτο νταβάνι ,στο ιδρωμένο το σεντόνι,
στο σπιρούνισμα του μαύρου καβαλάρη μες στη νύχτα,
στον καφέ νωθρά που λάμνει των νοσηλευτών η νύστα,
πέρα στου πικρού θανάτου τα πελάγη εγιαλέσα,
βρέχει στα νοσοκομεία βρέχει απ' όξω βρέχει μέσα.
ά. - λεύτερη Πίνδος-25 Απρίλη του 2016 

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Της γειτονιάς η πουτάνα, των Βαϊων . . .


Είχε να πάει σ' εκκλησία
απ' τον καιρό του Νώε, καμπάνα
μόνο τη Μοσχολιού γρικούσε,
της γειτονιάς του η πουτάνα,

μα από συνηθεια ξεχασμένη
σήμερα των Βαϊων εβγήκε
πρωί στους Άγιους Αποστόλους
σαν πέρδικα δροσάτη εμπήκε
κι όπως την κοίταξαν μειδιώντας
της κοινωνίας τα πλούσια τσόλια
με τα κασμίρια τα πτυχία
και τα γιομάτα πορτοφόλια,
έλαμψε ετούτη από γινάτι
σ' άμυνα -λες- ιερή κι εσχάτη,
κι επήγε ο Αρχάγγελος κι εστάθη
φύλακας στο δεξί της μάτι
και μάνα της στ' αριστερό της
η Παναγιά του κόσμου η μάνα,
κι άστραψε ρόδο πλάι στα βάγια
της γειτονιάς του η πουτάνα.
ά. - λεύτερη Πίνδος-24 Απρίλη , των Βαϊων, 2016

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Μαχαρανή . . .


ΜΑΧΑΡΑΝΗ...
Γύρισε απόξω οπού 'χε ειδεί μια αγάπη εφηβική του,
σαράντα τόνους στο δεξί την ένιωθε τη βέρα,
έβαλε τη Μαχαρανή, αγάλλιασε η ψυχή του,
φλόμωσε ούζο το γυαλί κι έγινε η νύχτα μέρα,


εβόγκηξε ο Αγγελόπουλος σαν το σφαγμένο αηδόνι
κι αντίκρυ του στης γειτονιάς τα τρίψηλα μπαλκόνια
βγήκανε με τα σώβρακα χαράματα οι γειτόνοι
χόρευαν τη Μαχαρανή , πήραν φωτιά τα χρόνια, 


αυτός εγίνη δεκαοχτώ κι εκείνη δεκαέξι,
κι ο Γαλαξίας πού 'βλεπε , παιδάκι αθώο στα έξι...
"Μαχαρανή , Μαχαρανή,τη νύχτα αυτή πεθαίνω ,
για το λιανό κορμάκι σου στον Άδη κατεβαίνω".
ά.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Εν αρχή ην η Πίνδος


"...εν αρχή ην η Πίνδος με τις κορφές τους γκρεμούς κι όλα της τ' αγριμάκια" ψιθύριζε η Όστρια -χρόνια- στ' αυτί και στο γαίμα του...
ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ
...Το μήνα, δυο και τρεις φορές, σκάλωνε στη Μουργκάνα,
τη νύχτα, πάαινε-βάραγε των άστρων την καμπάνα,
τ' αραχανοϋφαντο έσειε της Όστριας θυμιατήρι, ...
λειτούργαγε βουνό κι αητούς κι εγύρναγε να γείρει
στα Γιάννενα τη χαραυγή, γλυκά αποκαμωμένος,
απ' ομορφιές κι απ' ευωδιές χιλιοπλημμυρισμένος,
με την αστροφεγγιά στο χωλ και το τρελό τ' αηδόνι,
και λύκους τρεις να τον φυλάν' απόξω απ' το μπαλκόνι...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Πέθανε ο Δάσκαλος

(..πέθανε πια ο Δάσκαλος, εχάθη στους αβυσσαλέους καταπιώνες της τηλοψίας και του διαδιχτύου...) 


  
Τι δασκαλεύεις, δάσκαλε,
σάμπως σ' ακούει κανένας,
πέτρωσες φουκαρά σαλέ
ορθός μονάχος κι ένας

εσύ το μαύρο δειλινό
τα σάπια τα θρανία
το μπαλωμένο σου παλτό          
κι η τρέλα σου η αγία,

γύρω σου νέκρα και νερό
κρύο βαθύ και μαύρο
σκύβεις και βλέπεις στο βυθό
γαρούφαλλα και νάρδο

τον Κάλβο το Βιζυηνό
 και τον Παπαδιαμάντη
τον Παλαμά το Σολωμό,
και καρτεράς εις μάτην

να βγούνε πάνω απ' το νερό,
"δάσκαλε σε γελάσαν'
σ' αυτό το δίσεχτο καιρό
τ' αηδόνια πάει σωπάσαν' "

φωνάζει ο σκοτεινός βυθός,
και πέφτεις και βουλιάζεις
στων ποιητών τα ερέβη εντός
 γιατρεύεσαι ησυχάζεις,

 κάτσε εκεί κάτω δάσκαλε
στα θάμνα και στα φύκια
στης πλέριας νέκρας τα σαλέ
στα ωραία αρχονταρίκια

να δασκαλεύεις να σ' ακούει
στ' Άσωστο Χάος Το Μέγα
Το Φως Τ' Ανέσπερο που κρούει
τα σήμαντρα στο Βέγα

πέντε χιλιάδες τέρμινα
κι είκοσι εννιά αιώνες,
και βγαίνει πάνω απ' τα βουνά
κι απ' τους βαριούς κυκλώνες

στου Πνεύματος τις εκκλησιές
και λειτουργάει ο Λόγος,
στης Ιστορίας τις περατιές
ολόφωτος και μόνος

να λειτουργιέται ο θνητός, 
γαλήνιος μερωμένος
να σβηέται δαίμονας θεός
θύτης κι εσταυρωμένος. 
ά. - λεύτερη Πίνδος -20 Απρίλη του 2016








Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Πάνος Γιωτόπουλος: έμοιαζε μόνο με τον εαυτό του...


 ....Πάνος Γιωτόπουλος ή Μεζές...έζησε μόνος ,κι ενίοτε παραδομένος ως και στη χλεύη των γύρω του, αλλά με το προνόμιο να μοιάζει μόνο με τον εαυτό του, στον άχαρο καιρό της ομοιομορφίας, των κάλπηδων, και της απουσιάζουσας χάρης- αθωότητας-έμπνευσης...
Έμοιαζε μόνο με τον εαυτό του
-σαν κι ο Παπαδιαμάντης(;) που 'χε ειπεί-
ένα αηδονάκι στη βοή του κόσμου 
ένας ψαλμός στης νύχτας τη σιωπή,
έτσι που εντέλει στην αραιοτάτη
κηδεία του την απλή, ο καψερός
εγέλασε κι εγλέντησε κι εχάρη
στο φέρετρό του μέσα ξαπλωτός,
στο δρόμο καθώς γρίκαε για το μνήμα
κεφάτοι που εχωράτευαν πολλοί
με τα πειράγματα που του 'χαν κάνει
-λες κι ήταν σε βαφτίσια και γιορτή-
με τις χιλιάδες πλάκες που του εστήσαν'
στο Μώλο, στην Πλατεία, στο Διεθνές,
και μόνο προς το τέλος σιωπήσαν'
στου νεκροθάφτη τις κοφτές φτυαριές,
σαν του παπά το θυμιατήρι εσείστη
πάνω απ' το λάκκο του έξι-εφτά φορές
ωσάν κι αυτόν που χρόνια πάνω-κάτω
γυρνούσε ανέστιος σαν το εκκρεμές,
κι εντέλει δάκρυ δεν εχύθη ούτ' ένα
ώσπου τον πήρε κάτω η μάνα η γη.
Έμοιαζε μόνο με τον εαυτό του
-σαν κι ο Παπαδιαμάντης(;) που 'χε ειπεί.
ά.- λεύτερη Πϊνδος- 19 Απρίλη του 2016

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Στον καφενέ του Σάββα στα Γιάννινα


 στη photo: Γιάννινα, δεκαετία του '50, ο θρυλικός καφενές του Σάββα...τι απόμεινε απ' τα παλιά μικρά-ωραία Γιάννενα πια...οι ελάχιστοι παλιοί Γιαννιώτες, τα ..ελαχιστότερα αγκρέμιστα στέκια σαν του Σάββα, κι οι ..ελαχιστότατες ιπτάμενες ακόμα στον Γιαννιώτικο αιθέρα κουβέντες των αλλιώτικων κι ωραίων μποέμηδων της πόλης...ξερω εναν φίλο ποιητή, που πηγαινει με τις ωρες και πίνει τον καφε του σε στέκια σαν του Σάββα, καταγράφοντας στο μπλοκάκι του σε ποιήματα,τις κουβέντες που "ακούει" πενήντα χρόνια πίσω απ' τους θαμώνες του '60...

Στον καφενέ τον Τούρκικο τού Σάββα, 
απ' τη λιμνίσια αχλή πέντ'-έξι οργιές 
κι από το Κάστρο δυό, οι εργάτες άμα 
το δειλινό εσχολάσαν τις δουλειές, 

στον πλάτανο από κάτω εσυναχτήκαν 
να πνίξουν την ανία τους στο κρασί, 
για τον καιρό και τον ποδόγυρο είπαν 
τα Γιάννινα και την πολιτική, 

κι όλα όσα είπαν μα κι αυτά που αφήσαν' 
να κουβεντιάσουν τ' άλλο δειλινό, 
στο νύχτιο τον αιθέρα εφτερουγίσαν, 
καβάντζα στο Γιαννιώτικο ουρανό 

να 'χουν οι ποετάστροι οι ντόπιοι άμα 
η έμπνευσή τους έχει αναδουλειές. 
Στον καφενέ τον Τούρκικο τού Σάββα, 
απ' τη λιμνίσια αχλή πέντ'-έξι οργιές... 
ά.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Τα ποιήματα που γράφουμε


Είναι λοιπόν τα ποιήματα που γράφουμε, 
το ντροπαλό μας  πέρασμά  απ' την Πλάση,  
το πάτημα, το μιας στιγμής  στροβίλισμα 
στο αιώνιο του Ρυθμού το χοροστάσι, 

 θα τα γρικάμε κάτω από τα χώματα 
στου Άδη τις περατιές σαν θα γυρνάμε 
καθώς θα κροταλούν μες στα τετράδια, 
κι "ακούστε, ω! φίλοι, ακούστε πώς βροντάνε" 

θα λέμε στους νεκρούς συνταξιδιώτες μας,
κι αυτοί με συγκατάβαση, γελώντας 
θα κάνουν πως τ' ακούν', μονάχα τη βουερή 
κατεβασιά του Αχέροντα γρικώντας. 
ά. -17 Απρίλη του 2016 - λεύτερη Πίνδος

Στο Ασλάν Τζαμί, στα Γιάννενα,οι γυναίκες . . .



 Ποζάρουν στο Ασλάν Τζαμί οι γυναίκες, 
ρούχα καλοκαιριάτικα φορούν, 
γεράκι ο χρόνος πάνω από τους λόφους 
ζυγιάζεται, μα αυτές αδιαφορούν,  

τη βόλτα λογαριάζουν στην Πλατεία  
τρυγόνες που θά βγουν εσπερινές 
για έναν περίπατο Ζευγάρια-Μώλο
για μόκα παγωτό στο Διεθνές, 

στα Γιάννενα άμα μπαίνει Αλωνάρης 
οι μέρες μοιάζουν όλες Κυριακές, 
καλόγρια νιά  η θερινή ραστώνη 
γιομίζει  την Αβέρωφ ψαλμουδιές, 
  
τα μαγαζιά τα καφενεία οι σκύλοι  
τον ήσυχο χειμώνα αναπολούν.
Ποζάρουν στο Ασλάν Τζαμί οι γυναίκες, 
ρούχα καλοκαιριάτικα φορούν. 
ά. - λεύτερη Πίνδος- 16 Απρίλη του 2016



Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Η ομορφιά...


 
...μια Σύρια μάνα,  φορτωμένη με 2 παιδιά, και με την ομορφιά 100 Σίντυ Κρώφορντ, Λίντα Ευαγγελίστα κ.λ...

Η ομορφιά είναι ζήτημα κυττάρων 
μα είναι κι η ζωή που 'χεις διαβεί 
που θρέφει αγιάζει υψώνει τη μορφή σου 
ή τη βαστάει αδιάφορη, ρηχή, 

είναι οι γκρεμοί που επέταξες ψηλά τους 
είναι οι βαθιοί που εδιάβης ποταμοί 
είναι τ' Αη-Γιώργη τ' άτι όπου καβάλα 
το δράκο εκάρφωσες με το σπαθί, 

είναι τα βράδια τ' αξημέρωτά σου 
οι δαίμονές σου οι αρχαγγελικοί
είναι το δάκρυ για τον έρωτά σου 
που εχάθη μακριά σου μιαν αυγή, 

είναι οι μάχες γι' άγνωστα συντρόφια 
χωρίς καμιά εντελώς απολαβή. 
Η ομορφιά είναι ζήτημα κυττάρων 
μα είναι κι η ζωή που 'χεις διαβεί. 
ά.

Άσκηση, παντοδύναμη θεά...!!


....μια πολύ καλή φίλη,ειχε ποσταρει το ακολουθο κειμενακι,όταν κυκλοφόρησε το δισκακι "Ο άγγελος ο Ιτζουμερ",...πέρα απ' το "υπερβολικό" , λόγω συμπάθειας για μένα, ύφος , μου ειχε κάνει εντυπωση πώς και πόσο ζευγαρωνει την άσκηση με την επανασταση (ή τουλάχιστον με την επαναστατικότητα, τη διαθεση για επανάσταση, το να "επαναστατείς" με τη γυραθε κατάντια-ξεφτίλα-κατάπτωση-ραγιαδιλίκι)...ειναι κάτι που το 'χω βιώσει : όταν συμβει (σπανιότατα) ν' απεχω 2-3 μέρες απ' την καθημερινή ασκηση (τρεξιμο στη φύση) , καταλαγιάζει ο "θυμός" μου απέναντι στους μαστόρους της ασχήμιας/εκμετάλλευσης/αδικίας, γενικά..."καναπεδιάζω", μαλθακεύω, "ξεχνώ", τρώω την καραμέλα που σερβίρεται εκεί που δεν μπορεί κανεις να φανταστει....όταν ξανανεβαινω για τρεξιμο στο βουνό, βρισκω ξανά τα ..παλιά πατήματα, αφυπνίζομαι, ματαβλέπω καθαρά και σε βάθος...σκέφτομαι λοιπόν, πώς και πόσο μεθοδικά ,αυτό που γενικά κι αόριστα ονομάζουμε "σύστημα", έχει δεκαετίες τώρα αλλοτριώσει /αποκοιμίσει/ευνουχίσει τους αδικημένους της Γης, αφού πρώτα τους μάντρωσε μέσα στα τσιμεντενια κιβούρια των μεγαλουπόλεων, ώστε να μη κάνουν τ' αυτονόητο :να ξυπνήσουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένα πρωί , και να βαδίσουν να γκρεμίσουν τα κάστρα της πλουτοκρατίας, ΠΑΝΤΙ ΤΡΟΠΩ, κι όχι αναίμακτα βέβαια...ας σκεφτούμε ότι το 1% του πληθυσμού της Γης, εχει μαζωμένο πλούτο περισσότερο απ' το υπόλοιπο 99%...!!ακολουθει το κειμενακι της φιλης μου....
Κάθε επανάσταση έχει και ένα μουσικό σύνθημα που την εμπνέει για αγώνες, η δική μας διάλεξε απο τους προγόνους μας το "Άγγελο Iτζουμέρ" σαν σύμβολο να κάνουμε το ΧΡΕΟΣ στην ράτσα μας..."Άσκηση φώναζα, παντοδύναμη θεά, που σφίγγεις το χέρι σου, σα ρόγδι γινωμένο και ξεζουμίζεις την καρδιά του ανθρώπου, Μάνα σκληρή της νίκης, που για να την θρέψεις την ταίζεις με την πείνα, ω ανήλεο χέρι, άσφαλτο, που οδηγάς στον λυτρωμό, σαν το μονοχρονίτικο κοτσύφι που καθίζει δίπλα στο γέρο κότσυφα, ως καθίζομε δίπλα σε πηγή, και πότε χαμηλώνει το κεφάλι σα να προσδέχεται ως ευλογία τη σοφή λαλιά και πότε σηκώνει και βυθάει το κίτρινο ραμφί του στο βουερό ποτάμι του αέρα και τρέμει-ως σε αφρόχειλο γκρεμού-να πέσει στο τραγούδι, όμοια, ορθός μπροστά σου, ω βρυσομάνα του ακέραιου τραγουδιού, Άσκηση, γυμνάζω την καρδιά μου στο μέγαν ύμνο της λευτεριάς"

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

"-Έλα, μανούλα νύχτα!". Ικεσία Γεωργίου Βιζυηνού προς τη νύχτα, λίγο πριν αποθάνει...


...σαν σήμερα 15 Απρίλη του 1896, πέθανε ο Γεώργιος Βιζυηνός ο μέγιστος μετά το Σολωμό Έλληνας ποιητής (κι ας αναφερεται σαν πεζογραφος κυρίως)...πριν χρόνια, στο τέλος μιας βδομάδας αφιερωμένης σ' αυτόν το μεγαλο ποιητή, φτιάξαμε και τραγουδησαμε με τα παιδιά ένα τραγούδι για τις τελευταίες ιερές του στιγμές...τα μικρά παιδιά λειτουργούνε με τον αυθορμητισμό και τη φαντασία των τρελών...ή για να το πω καλύτερα κι ακριβεστερα, τα παιδιά είναι ..αδιάγνωστοι τρελοί που δείχνουν το Φως και την Αλήθεια, μέχρι να "μεγαλώσουν" -όσα μεγαλώσουν, γιατί μερικά, ελάχιστα φροντίζουν να μη "μεγαλώσουν"- και να χαθούν πια δίχως δροσιά και χάρη στο κοπάδι...
Τη νύχτα να την αγαπάς,
ποτέ σου μην την τρέμεις!
Το 'πε παλιά ο Παλαμάς,
το 'γραψε κι ο Πολέμης: 


"To φεγγαράκι τ' ουρανού
με της αυγούλας τ' άστρα
είναι πετρούλες του Θεού
για της ψυχής τα κάστρα!"
..................
Έλα, μανούλα-νύχτα,
του κόσμου κόψ' τα δίχτυα
και πάρε με απ' εδώ
σαν άστρο μοναχό
το γιο σου τον τρελό.
................
Η νύχτα είναι πέλαγο,
καράβι το σκοτάδι,
να συνηθίζεις τον καιρό
στις θάλασσες του Άδη. 


"To φεγγαράκι τ' ουρανού
με της αυγούλας τ' άστρα
είναι πετρούλες του Θεού
για της ψυχής τα κάστρα!"
....................
Έλα, μανούλα-νύχτα,
του κόσμου κόψ' τα δίχτυα
και πάρε με απ' εδώ
σαν άστρο μοναχό
το γιο σου τον τρελό.
ά. -λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά!

Είπε -και ελευθερώθη-
"-Χαίρε, ω χαίρε λευτεριά ! "
κι άχραντος εξαϋλώθη,
στης Μουργκάνας τα βουνά.

Ζουζουνάκι πια στα κέδρα,
αηδονάκι στον γκρεμό,
τραγουδάκια λέει αλέγρα,
μερακλώνει το Θεό.

"-Χαίρε, ω χαίρε ελευθερία,
χαίρε, ω χαίρε λευτεριά" !
Υπερούσια μελωδία,
βρίσκει πάνω στα βουνά :

στο βυζαντινό τροπάρι
του μονάχου ποταμού,
στη βροχούλα του Φλεβάρη,
στη βροντή του κεραυνού !

Μόνος και συντροφεμένος,
βασιλιάς και μοναχός,
ευτυχής ξενιτεμένος,
μες Στης Πίνδου Τ' Άγιο Φως .

Μαντεμένιο κομπολόι,
τραγουδώντας κουρταλεί
κι αντηχάει το μοιρολόι,
ως την Αδριατική :

"-Άγια μου βουνίσια πέτρα,
θυγατέρα του καιρού,
δώσε μας σταθμά και μέτρα,
δώσ' τ' αστού μια στάλα νου !"
.............................................
Ο γιάπης χτίζει ευλαβικά,
καριέρες στα τσιμέντα
και τ' αηδονάκια χαίρονται,
στον πεύκο και στη μέντα . . .  

ά.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Μακριά, χιλιόμετρα διακόσια τόσα...


Της έστελνε μηνύματα και τά 'πιανε, 
χιλιόμετρα μακριά διακόσια τόσα, 
αφού καλά τον κώδικα τον μάθανε, 
αιώνες που 'χει ο Όλυμπος κι η Όσσα: 

με το βοριά επέμπαν την αγάπη τους, 
με το νοτιά, της κάμαρης τη θλίψη, 
με τον λεβάντε το βαρύ γινάτι τους 
και πόσο ο ένας τού άλλου είχε λείψει. 
........................................................... 
Καμμιά φορά μονάχα που δε φύσαγε, 
κι ο πόνος τον εθέριζε σαν κόσσα, 
έκλαιγε εμπρός στο σκύλο του, που αλύχταγε, 
μακριά χιλιόμετρα διακόσια τόσα 

ν' ακούσει αυτή τη μαύρη στενοχώρια του 
να κατεβεί τη νύχτα στο λιμάνι  
στα κύματα βαρκούλα παρηγόρια του 
το δάκρυ της να στείλει μάνι-μάνι. 
ά. -17 Δεκέμβρη του 2015 - λεύτερη Πίνδος

"Εσφάγη υπό του Έρωτος..."



    ...Απρίλης είναι κι άνοιξη,
    καρδιά κι αγκάλη(ν) άνοιξε...    

      Τον έσφαζε κι η άνοιξη με τ' αηδονιού τις τρίλιες
      δυο μέτρα απ' τις ορθάνοιχτες της κάμαρης τις γρίλιες,
      μα πιο πολύ ο έρωτας τον έκανε κομμάτια
      στο αίμα και στο λογισμό στα σπλάχνα και στα μάτια, 


      γι' αυτό συχνά στα επείγοντα μπαινόβγαινε τα βράδια
      έρωτα κόλλαε τις μικρές γιατρέσσες που 'χαν βάρδια
      ανακατώνονταν γλυκά κι αντί για φακελλάκι
      μετ' επιτάσεως γαλλικό τού εζήταγαν φιλάκι,


      γιατρεύονταν , εγιάτρευε, πήγαινε στο καλό του 
      με τη διάγνωση να λέει στο βιβλιάριό του :  
      "εσφάγη υπό του Έρωτος και τ' αηδονιού τις τρίλιες  
      δυο μέτρα απ' τις ορθάνοιχτες της κάμαρης τις γρίλιες".  
      ά.
        



        





Να πας ψηλά κι αζύγωτα, να πας μακριά και πέρα

Δελβινάκι: Δημοτικό Ελεύθερο Ανοικτό Πανεπιστήμιο στο Πωγώνι!

%CF%80%CF%89%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B9

Το Δ.Ε.Α. Πανεπιστήμιο (που θα είναι το πρώτο στην Ήπειρο και ένα από τα λίγα στην Ελλάδα) θα στεγάζεται στο παλαιό Παρθεναγωγείο Δελβινακίου και ήδη έχουν γίνει κάποιες κινήσεις για προσέλκυση επισκεπτών καθηγητών, τόσο από τα Γιάννινα, όσο και από την Αθήνα, οι οποίοι θα διδάσκουν αφιλοκερδώς (θα καλύπτονται μόνο τα έξοδα μετακίνησης), ενώ σε αυτό θα μπορεί να φοιτήσει κάθε ενδιαφερόμενος. 

 (...Αυτό το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, σκέφτομαι  
 πως πρέπει να διδάσκει την Τέχνη της αληθινής ζωής.Να μαθαίνει στους σπουδαστές του, εκεί μες στη μάνα-φύση, πώς  ν' ακουρμαίνονται  τον εντός τους άγιο ρυθμό,το δικό του κι  αλλιώτικο ρυθμό ο καθένας.Πώς να ζούνε,όχι  "κοπιαρισμένα" και ...προγραμματισμένα,αλλά πώς να ζούνε ζωή του Ενός(=ζωή λεύτερη,μοναδική κι άμοιαστη,έτσι όπως τη θέλει ο Ένας,ο Άνθρωπος) ,κατά πώς του ορίστηκε του καθενός:λεύτερα, ξεχωριστά, άμοιαστα, ανθρωπινά...Να ζει ο καθένας σαν τον αητό:να πάει ψηλά κι αζύγωτα, να πάει μακριά και πέρα.. Σαν τον αητό, ψηλά και λεύτερα κι ας μονάχος, κι όχι σαν τα πρόβατα, χάμω κι όλα μαζί και με τη μουσούδα το ένα στον πισινό του άλλου...)

Σχολειό-πανεπιστήμιο 
άνοιξε στο Πωγώνι, 
δασκάλοι είναι ο τζίτζηκας
ο κούκος και τ' αηδόνι, 

ο άνεμος κι ο πλάτανος, 
το ρόμπολο, το κέδρο 
κι ο σπίνος με το λάλημα 
τ' αρχοντικό, τ' αλέγρο, 

κι η γρανιτένια, αδάμαστη
απροσκύνητη αφέντρα
της Πίνδου η αυτοκρατόρισσα
της γης η κόρη, η πέτρα.

Πήγα κι εγώ και σπούδαξα  
 συγνεφοπρωταντάρτης
 και πετροκαθοδηγητής 
 κι ανθοσυνταγματάρχης

και κομισάριος των πουλιών 
Δέλβινο μέχρι Γκιώνα 
και γραμματέας της άνοιξης 
για τούτον τον αιώνα,  

με την εσπέρα χάνομαι
σκορπίζω με το δείλι 
και με γυρεύει η μάνα μου 
και με ζητούν οι φίλοι,

μάνα μ' δεν γέννησες υγιό 
τότες το  '63,
διαμερισματοπόντικα
σακάτη αστό-παρία,

γέννησες μαύρο ποταμό 
να βγαίνει από το Στίχο 
να σπάει ντουβάρια και σκεπή,
να δρασκελάει τον τοίχο

να πάει ψηλά κι αζύγωτα 
να πάει μακριά και πέρα 
στο διάσελο και στο βουνό 
και στον γλαυκόν αιθέρα, 

να μελετάει το Ζέφυρο 
την Όστρια να σπουδάζει, 
τον ήλιο, την αστροφεγγιά 
τη μπόρα και τ' αγιάζι, 

όλα αστραψιά και νύχτωμα 
κι ανηφοριά και κύκλος 
κι αλλίμονο όποιον πρόλαβε 
αδέρφια, ο αιώνιος ύπνος

σαν το πουλί στην ξόβεργα,
δίχως να βγάλει άχνα
χωρίς να νιώσει και να ειδεί   
στο αίμα και στα σπλάχνα 

τι ξέχωρο, ένα τού όρισε 
η μοίρα του, ο θεός του, 
κι ο άμοιαστος κι αλλιώτικος  
ευγενικός ρυθμός του, 

και  στοιχισμένος στους πολλούς 
-μια κόπια, κατά βάθος-  
λάθος τον βγάλαν' τ' άστρα μιά, 
κι εφτά η Νέδα κι ο Άθως...

ΥΓ : Αυτός που διάβηκε χωρίς 
λαμπρός ν' ανθίσει κι Ένας, 
μετρήθηκε απ' τον κεραυνό  
κι απ' το βοριά κανένας!   
ά.-λεύτερη Πίνδος




       


  


Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Εκείνη το σκαλί-σκαλί κατέβαινε...

  ...άλλη μια απ' τις ωραιότερες ..συμπτώσεις στις διαδικτυακές περιπλανήσεις, είναι όταν "πέφτει" κανείς σε μια φωτογραφία που κυριολεκτικά μιλάει...όπως ετούτη εδώ: η γυναίκα που βγαίνει για την απογευματινή της βόλτα, η θάλασσα δίπλα στην αιώνια/αέναη βόλτα της, κι ο πεύκος πάνω παραπονεμένος που η μοίρα του η βαριά τον έδεσε στη γη, να βλέπει τα όμορφα και να μην μπορεί να τ' ακολουθήσει....υπάρχουν στ' αλήθεια άψυχα; ή όλα παίρνουν κάποτε ψυχή και ζωή όταν έστω για δευτερόλεπτα βρεθούν σ' ένα κάδρο ζωής, ομορφιάς και ποίησης αληθινής/ζωντανής;;;;;


Εκείνη το σκαλί-σκαλί κατέβαινε 
κι η θάλασσα το κύμα-κύμα εμέτρα, 
κι ο πεύκος στα μαλλάκια της δυο μέτρα 
που η μοίρα του η βαριά στη γης τον έδενε 

μ' έρωτα θείο κοιτούσε την αφέντρα 
οι άντρες να τη δουν σεργιάνι που έβγαινε, 
εκείνη το σκαλί-σκαλί κατέβαινε 
κι η θάλασσα το κύμα-κύμα εμέτρα. 
ά. 

Η ομορφιά του κόσμου



..Ένας νέος άνθρωπος 40 χρ.(στο αποπάνω δημοσιευμα) που ζει μοναχος του σ' ένα μοναστηρι στο Ζαγόρι στο βουνό,αυτός και τ' άστρα κι η ερμιά,είναι άγιος, όχι γιατί ειναι "χριστιανός",αλλά γιατί σφάζεται εκεί πάνω ολομόναχος απ' την ομορφιά του Κόσμου...Πράγμα -σκέφτομαι- που συμβαίνει παντού και μ' όλους όσους χώρεσαν στα μάτια τους αυτη την ομορφιά και την αρμονία του Κόσμου.Ν' αγιαζουν δηλαδή,κι ας μη φορεσαν ράσο, κι ας μη καλογερεψαν, κι ας μη ζουνε σε κελλί μοναστηριού αλλά στην τυρβη της πόλης κι ούτε καν μόνοι αλλά και μ' οικογενεια ακομη...Το τραγούδι "Δυο γυφτοπούλες στο βουνό" μού ακούστηκε σαν να γραφτηκε γι' αυτόν τον φίλο μας αποπάνω,80 χρονια πριν:μια γυφτισσα όμορφη με τη μάνα της, χτυπάνε την πόρτα του μοναστηριού, τον βλέπουν στην ερημιά του ..λαβωμένο-ολομόναχο, η μικρή τον ερωτευεται, ζητάει απ' τη μάνα της να τον πάρουν να τον γειάνει με τα φιλιά της......Οι στίχοι μου, συλλογιζόμενος τους χιλιάδες Αγίους των πόλεων, κι ακούγοντας το Στελακη τον Περπινιαδη να τραγουδαει το ασμα, που δεν ειναι του Βαμβακαρη αλλά του Σωτηρη Γαβαλά ή Μεμέτη...Κι ετούτοι, Άγιοι...
 
-Τι κάνεις, έρμε μοναχέ,
σαν φάρος στ' ακρωτήρι,
ολομονάχος στης Δοβράς
τ' άγιο το μοναστήρι;
-Τροχάω την κάμα της σιωπής
τ' ανέμου το μαχαίρι
στ' άστρου τη σμυριδόπετρα,
χειμώνα-καλοκαίρι
να κόβομαι να σφάζομαι
σαράντα οργιές εντός μου
να κολυμπάει στο γαίμα μου
η ομορφιά του Κόσμου,
είδα στις πολιτείες πολλά
μα τίποτε δεν είδα ,
στέγνωσα, απόκαμα, ήρθα εδώ
σαν ποταμίσια βίδρα
να βρω το ρέμα το βυθό
και τη μεγάλη όχθη
το φως το νάμα το σκοπό
το "πώς;" και το "διότι"...
.......
..είπε ο λιανός καλόγερος
κι ορθόν μπροστά στην πόρτα
τον πήρε πάνωθε ο βοριάς
και κάτω τ' άγρια χόρτα
βραχνό βουνίσιο τεριρέμ
στην Τύμφη και στο Μπάρο,
ν' ακούν ν' αγάλλονται στα FM
μ' ένα άφιλτρο τσιγάρο
οι μοναχοί των πόλεων
Νιου Γιορκ μέχρι Καμπέρα
που 'χουν γυναίκα και παιδιά
και σπίτια και καριέρα
και δεν καλογερέψανε
και ράσο δεν φορέσαν,
την αρμονία του κόσμου αφού
στα μάτια τους χωρέσαν,
αυθεντικοί κι αταίριαστοι
μοναδικοί κι ωραίοι
αναρχικοί κι αγέραστοι
κι εκούσια μοιραίοι.
ά.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Δεν ακούεται ούτε ένα κύμα...

 
 
...ο Δημήτρης Λάγιος, που σαν αύριο πέθανε...ο Διονύσιος Σολωμός, που  κάθε ώρα και στιγμή λαμπροξαναγεννιέται όταν κι όπου ενας στίχος του γίνεται η απαρχή να φκιάσουμε ο καθείς μας το δικό του ποίημα...και λέω "να φκιάσουμε",κι όχι "να γράψουμε", γιατί  ποίημα δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι γραπτό αλλά οτιδήποτε εμπεριέχει ίχνη Ποίησης...ας πούμε, μια εντελώς προσωπική θεώρηση των πραγμάτων, μια ματιά στο αντικρυνό  δέντρο σαν να κοιτάμε την ερωμένη μας, ένα σκίρτημα των σπλάχνων τελοσπάντων, ανεξήγητο αλλά τόσο τρικυμιώδες κι όμορφο...
Δεν ακούεται ούτε ένα κύμα εις την έρμη ακρογυαλιά, 
λούζει η νύχτα το κορμί της και τα μαύρα της μαλλιά 
 στου πελάου το μυρωμένο το σκαφίδι το γλαυκό 
σαπουνίζεται με τ' άστρου το σαπούνι το λευκό 
 
τα σκουτιά της να φορέσει τα μαβιά τα καθαρά 
νύφη που την καρτεράνε όσα ακοίμητα παιδιά 
στα σκοτάδια ολομονάχα στο γκρεμό και στη φωτιά
ξενυχτάν' ν' ακουρμαστούνε πέρα απ' την απελπισιά 

 των νεκρών των ποετάστρων τον ολάνθιστο χαβά 
να θαρρέψουν να γιορτάσουν να ψηλώσουν μια σταλιά
 τόσο που 'γινεν ο κόσμος  μια πληγή και μια φωτιά. 
Δεν ακούεται ούτε ένα κύμα εις την έρμη ακρογιαλιά. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - Απρίλης του 2016
 

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Τ' ασπούδαχτο αηδονάκι


 ..κάποιες παλιές Απόκριες, σαν τώρα, θυμάμαι, αρχές της δεκαετίας του '80, πουμπωμένοι στο πιώμα , είχαμε γλεντησει όλη τη νύχτα με το αποκάτω τραγούδι της Χαρούλας Λαμπράκη να παίζει , αυτό και μόνο αυτό,συνεχεια στο ηλεκτρόφωνο...συνέχεια κι αδιάκοπα, απ' τις 9 το βραδυ ως τις 6 το χάραμα....μιλάμε δηλαδή για μερικές (2 σίγουρα) εκατοντάδες κέρματα, που με τη σειρά σηκωνόταν κι από ένας απ' την παρέα των 8-10 ατόμων, για να ρίξει στη σχισμή του ηλεκτρόφωνου, κάθε φορά που  το τραγούδι τέλειωνε!!!!...σκέφτομαι λοιπόν,κάμποσες φορές, πόσο μεγάλη  δύναμη έχει το  τραγούδι που είναι στ' αλήθεια ΛΑΪΚΟ...το τραγούδι που σε "πιάνει"  σαν να 'χεις πιεί δυο θάλασσες κρασί....το τραγούδι που σε ταράζει βαθιά και φέρνει φουρτούνα στο αίμα, τέτοια που να τραντάζεσαι συθέμελα , να χάνεις αυγά και πασχάλια, να υψώνεσαι σαν τον κισσό γραπωμένος στη μελωδία που  βγαίνει απ' το ράδιο/πικάπ/ηλεκτρόφωνο/μαγνητόφωνο (ποτέ απ' το cd), και πάει ψηλά ολόισια στο Θάνατο...ναι, στο Θάνατο...ψηλά όμως....έχει τη σημασία του αυτό....γιατί , ο Θάνατος, άμα τον ατενίζεις και τον τοποθετείς στο φως και ψηλά, είναι σαν τον Έρωτα...είναι γλέντι και ταξίδι...κι άρα, αθανασία...όσο για το συγκεκριμένο τραγούδι που έγινε γνωστό σαν "Την καλή μου καρδιά", έκανε πάταγο εκείνα τα χρόνια....το 'χει ο μάστοράς του ο Κώστας ο Παπαδόπουλος, αριστοτεχνικά μελοποιημένο...με τα παρατεταμένα λυγμικά "α", της Χαρούλας Λαμπράκη, που σ' όλα τα τραγούδια όπου σωστά και με το αρμόζον μέτρο συναντάται,δεν είναι άλλο παρά το αιώνιο ανθρώπινο "αχ!" της νοσταλγίας, του έρωτα και της ζωής.....του έρωτα κυρίως....κι είναι σπουδαία υπόθεση ο Έρωτας... διότι,κάποτε, μετά από 100, 200,1000 χρόνια,η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα , κι η παντελής εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου απ' άνθρωπο, θα 'χουν γίνει -δεν μπορεί αλλιώς- πράξη...η Επανάσταση θα 'χει συντελεστεί, και βέβαια τα τραγούδια που σημερα μιλάνε για αγώνες, επανάσταση και δικαιολογημένες κι επιβεβλημένες γιούργιες, τότε θα ηχούνε όλα ..ξεθωριασμένα,"ντεμοντέ" και ...ξεπερασμένα....ενώ, το λαϊκό ερωτικό τραγούδι, θα πορεύεται στους αιώνες, θα ηχεί φρέσκο, διαχρονικό και παντοδύναμο...και πάντα δικαιωμένο..το αληθινά όμως λαϊκό ερωτικό τραγούδι...
 
"Την καλή μου καρδιά δεν θα βρεις πουθενά 
σαν εμένα  ποια θα σε νιώσει..." , 
Ήτα -πέντε (Η5) πατάγαμε , έπεφτε αργά 
τον νταλκά μας γλυκά για να λειώσει 
 
στο ηλεκτρόφωνο η πλάκα η μαύρη, 
και με μπρούσκο απ' τον Ντάγκα κρασί,
μες στο γαίμα οι αμέρωτοι οι ταύροι
δυό λεπτών κάναν' ανακωχή... 
....................................................................... 
Ακούγαμε και τ' "Άξιον Εστί" του Θ(ε)οδωράκη, 
και το "Μεγάλο Ερωτικό" του Μάνου Χατζιδάκη, 
 μα της Χαρούλας,τούτο εδώ το θούριο, της Λαμπράκη, 
το 'χαμε ως έχει τ' άγιο του μυστρί, το εργατάκι,
 
 να χτίζουμε τον κόσμο μας μ' ωραίες αυταπάτες 
κι ακαρποφόρητες παλιές περαστικές αγάπες, 
ποτέ με πλάνα επικερδή του Πόθου μεταπράττες, 
στης Νοσταλγίας την ήπειρο ισόβιοι μετανάστες, 

ψιλοπιωμένοι στης παλιάς  Καλούτσιανης τις στράτες
 με τα πέντ'-έξι μαγαζιά και τους φτωχούς διαβάτες 
φτηνά και παρακμιακά ,καθάρια κι άσπρα-μαύρα,
δυο ταλληράκια κι η σεπτή της νιότης μας η λαύρα, 
 
και δίπλα το ηλεκτρόφωνο ολονυχτίς να σκούζει,  
να σκάν' τα πρίμα στο πετσί, στο αίμα να σε τσούζει  
 το λαγαρό τ' αληθινό  το κλάμα της Λαμπράκη,
π' άνθιζε μες στο ουζερί σαν μυγδαλιάς κλαράκι,  
 
σαν κυπαρίσσι τρίψηλο στης Φτώχειας τ' αλωνάκι, 
σαν έργο τέχνης που γεννά τ' ασπούδαχτο αηδονάκι,
 ανώτερο κι απ' τ' "Άξιον  Εστί του Θ(ε)οδωράκη 
κι απ' το "Μεγάλο Ερωτικό" του Μάνου Χατζιδάκη,   
 
καθότι, αυτό που αθάνατο σε κάνει στην κραιπάλη 
στην πάλη  με τη Μοίρα σου βαθιά στο ρακογυάλι
 κι απλώνει ρίζα στην ψυχή χίλιες οργιές μεγάλη 
και σ' ενισχύει ισόβια στην άγια βιοπάλη,

 
και θέλεις να το ματακούς 
ξανά μανά και πάλι, 
αυτό είναι Τέχνη Υψηλή 
Σπουδαία και Μεγάλη. 
ά.

Πέρασες κι απ' το ΚουΚουέ, πέρασες κι απ' το Ρήγα...


Πέρασες κι απ' το ΚουΚουέ
πέρασες κι απ' το Ρήγα
ένσημα επαναστατικά
κόλλησες ουκ ολίγα,


μα τον καφέ τον θες βαρύ
και τη γυναίκα σκλάβα
τις νύχτες, να σε πυρπολεί
και να σε καίει σαν λάβα 


να σ' έχει αυτοκράτορα
και βασιλιά και ρήγα.
...Πέρασες κι απ' το Κουκουέ
πέρασες κι απ' το Ρήγα...
ά.