Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Χάραμα



   
χρωματισμοι ανατολης απο τον υμηττο




Μια φωτογραφία που με συγκίνησε ιδιαίτερα,γιατί μου θυμίζει ό,τι ακριβώς βλέπω απ' το σπίτι μου, απέναντι απ' το Δρίσκο, και κοιτάζοντάς τη, σκέφτομαι τη ζωή μας που φεύγει, τις τσιμεντένιες φυλακές (διαμερίσματα πολυκατοικιών) μας όπου σαπίζουμε καρφωμένοι, περιμένοντας θαρρείς,  τη ..νεκροφόρα,αντί  να  'μαστε όσο πιότερο γίνεται, εκεί έξω στην ομορφιά της φύσης ,στο μεγαλείο των βουνών,στη μαγεία των χρωμάτων τ' ουρανού….Πόσα χαράματα , μού /μάς μένουν ακόμα να ειδούμε…;)

 Απ' όσα -λίγα- μου εμείναν χαράματα  
να τα χαρώ, να τα ειδώ, να τα ζήσω,
αχ ένα ακόμα μού εχάθης, Μαγίσιο
χάραμα, εχτές, στα στερνά  τ'  αστρανάμματα.

 Ο δόλιος ήμουν σκυφτός σαν τον πόντικα
μέσα στην κάμαρη, αγνάντια απ' το Δρίσκο,
ώρα που η ντάλια ξυπνά, και το μίσχο
λυγάει στο ηλιόφως που αστράφτει, μαργιόλικα.

Κι απ' τη σκεπή πάνω, εμπαίναν' και  βγαίνανε
αστράκια, ρόδα, μανόλιες και τρίλιες
και ψαλμουδιές του αγέρα απ' τις γρίλιες
που χασκογέλαγαν όπως με βλέπανε

χωμένο μες στο μπετό και στα σίδερα
να καρτερώ , θαρρείς, τη νεκροφόρα
-ζωή χαμένη- ως την ύστατη ώρα
να χολοσκάω μη στο διάβα τ' αντίπερα

μ' εύρει ο βαρκάρης μ' ολίγη έστω άργητα,
αντί στης Πίνδου το πέτρινο αλώνι
νά 'ρθει να μ' εύρει, να μάθει τ' αηδόνι
του Διγενή τον καημό και τη μάνητα...
............................................................
Χάραμα, εχτές, στα στερνά  τ' αστρανάμματα,
ακόμα ένα μού εχάθης Μαγίσιο.
Αχ να γυρνούσα τη ζήση μου οπίσω
και να 'ταν τώρα, αντί δείλι, χαράματα...!!

Άγγελος
11 Μάη του 2013 


Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

1978, στου Ζαβογιάννη το ουζερί, στα Γιάννενα...



Χειμώνας  του  '78, 
Γιάννενα μες στο χιόνι, 
τζάκετ αμερικάνικο 
καμπάνα παντελόνι,

στου Ζαβογιάννη το ουζερί 
τσίπρα σερί κι αβέρτα 
τίγκα καπνό το μαγαζί 
και λειώσιμο η κασέτα 

με τα βαριά καψούρικα 
του Κώστα του Καφάση, 
το volume τέρμα, έτοιμη 
η τζαμαρία να σπάσει,  

μεζές πουρές με χοιρινό,
 το Καρελάκι σκέτο, 
η γκομενίτσα κόκαλο
ξερνοβολάει στο πέτο

στο μαγαζί απόλυτος
άρχοντας ο Καφάσης 
θεός καψούρας επί Γης
 αέρος και θαλάσσης...  

άγγελος-1987






Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Μαρία Πορτολομαίου-Λάζου(1946-2015)

ΜΑΡΙΑ ΠΟΡΤΟΛΟΜΑΙΟΥ-ΛΑΖΟΥ(1946-2015) 
Μαρία Πορτολομαίου-Λάζου, 
-γεννήθηκε στην Τιθορέα- 
μποέμικη φυσιογνωμία,
μορφή ευγενική κι ωραία, 

ηθοποιός και σκηνοθέτις, 
ποιήτρια και συγγραφέας, 
την πήρε χτες στην αγκαλιά του
ο αιώνιος σκοτεινός Μορφέας, 

την πέννα ορφανεμένη αφήκε, 
κι αγύριστες επήρε στράτες
πικρές, που παίρνουν των Γραμμάτων
οι ταπεινοί αφανείς εργάτες  

στην πλέρια λήθη εμβαπτισμένοι 
κι ενίοτε ως και στη χλεύη, 
με ιστορητή στην κάμαρή τους 
μονάχο να τους μνημονεύει  

τη δυο δραμιών κι εφτά αιώνων 
σκόνη στα ράφια και στον τοίχο 
που εχαίρονταν σαν πικρομάνα 
τη γέννα από  τον κάθε στίχο  

που 'σφαζε ολότελα τ' αηδόνι 
πέρα στου δρόμου την αλέα. 
Μαρία Πορτολομαίου-Λάζου 
-γεννήθηκε στην Τιθορέα... 
ά. 

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Ο καβαλάρης τ' ουρανού (...στον Κώστα)




 Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ (...στον Κώστα)
Δευτέρα, ο Κώστας κοίταξε ψηλά, κατά τις μία: 
τα νέφη ολόιδια  θώρακος θολή ακτινογραφία...
Τρίτη,τον έκοψε ίδρωτας κι έφτυσε μαύρο φλέμα.  
Τετάρτη,το 'πε η αξονική, το 'δειξε και το αίμα:
είχε ο καρκίνος τις βαριές του ολούθε απλώσει αντένες,
απ' το πλεμόνι το δεξί μέχρι τους λεμφαδένες.
Μα, λόγω που 'χε φρόνημα κι αρχίδια  σιδερένια,
"καρκίνε -του 'πε- σε γαμώ" και του 'σφιξε τα γκέμια,  
κι άνοιξε τριπλοδιάπλατο βαθύ στο χέρι  ρέμα, 
για νά 'μπει το Carboplatin γιατρός βαθιά στη φλέβα,
γιατί είχε απάτητες κορφές και διάσελα στη Γκιώνα
να τα πατήσει πού 'πρεπε τον άλλο το χειμώνα,
αφού τον είχε η μάνα του στην Πίνδο γεννημένο
και καβαλάρη τ' ουρανού η μοίρα του εστεμμένο.-  
ά. - λεύτερη Πίνδος- Μάρτης του 2015 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Σαν βαμπίρ των Καρπαθίων (στίχοι:Άγγελος Παπαγεωργίου -μουσική/ερμηνεία:...



25 Γενάρη του 2015.Το βαμπίρ της Μεσσηνίας το  'μασε επιτέλους ψόφος κακός.....

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Σωτήρης Ζαλίγκας (1955-1974)

ΣΩΤΗΡΗΣ ΖΑΛΙΓΚΑΣ (1955-1974)
Ποιος να ενθυμείται το Σωτήρη το Ζαλίγκα...;
Σαράντα εφύγαν' χρόνοι, απ' όταν στο Μπιζάνι,
μούσκλα κατάμαυρα τα ολίγα του τα χρόνια,
η μοίρα εσώριασε στην άσφαλτο στεφάνι... 


Συνταξιούχος τώρα θα 'ταν εξηντάρης,
στο Διεθνές να πάει να πίνει τον καφέ του...
...Έφυγε αγέραστος, σπαθάτος δεκαεννιάρης
μ' οχτώ ντουζίνες γκομενίτσες στο καρνέ του, 


και με τα ολόξανθα μαλλιά του μπαϊράκι
σάβανο ολόχρυσο στα χρόνια του τα ολίγα...
Ποιος να ενθυμείται το Καλουτσινό αγριμάκι...;
Ποιος να ενθυμείται το Σωτήρη το Ζαλίγκα....;
ά. - 16 Γενάρη του 2015 


...σκέφτομαι καμιά φορά, για πόσους και πόσους τύπους, το ψαχτήρι του google εμφανίζει ολόκληρα κατεβατά....ε, είπα να 'χει πλέον να εμφανίζει κάτι και για το γειτονόπουλο της δεκαετίας του '70 στην Καλούτσιανη-οδός Σολωμού-, το Σωτήρη το Ζαλίγκα...το Σωτηράκη το Ζαλίγκα , καλύτερα, της ΣΤ' του Γυμνασίου Αρρένων, αφού δεν πήγε ποτέ πάνω από 19 χρονών, αλλά πρόλαβε και αναστάτωσε τότε το θηλυκόκοσμο της μικρής μας πόλης -όπως έμαθα απ' τους παλιότερους- πριν σβήσει στην άσφαλτο, κάτω απ' τις ρόδες ενός αμαξιού στο Μπιζάνι, στο πανηγύρι , τον Ιούνη του 1974....ο Σωτηράκης, ο επιστήθιος φίλος των δύο μεγαλύτερων αδερφών μου, του Κώστα και του Γιώργου ....τότε που οι φίλοι, μέχρι που 'διναν ο ένας στον άλλον το μοναδικό μοδάτο μπουφάν, για να βγει ραντεβού με τη γκόμενα...ο Σωτηράκης , που είχε τρέλα με τη μουσική, κι έφτιαχνε στο δωμάτιο αυτοσχέδια ντραμς με κασόνια, χαρτοκούτια κ.λ και τις βελόνες πλεξίματος της μάνας του της κυρα-Βίκης για μπαγκέτες....τρελαίνονταν για Νοστράδαμος : https://www.youtube.com/watch?v=i7GdP2TvpZM&list=PLijHen1LsdQsOGHwEyIJdgCQJ1CqlRcOu&index=1

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

"Η κατάρα του πεύκου", το εξαιρετικό ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)



«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο
να ένα δεντρί...
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι' αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι
να δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν' ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός...

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα νάναι
και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-
 ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
"Η κατάρα του πεύκου" ή "Ο Γιάννης και το πεύκο" όπως το 'ξερε η μάνα μου και μου το 'λεγε απόξω , φαρσί και δίχως να κομπιάσει, όταν πήγαινα δημοτικό, μαζί με  το Βράχο και το κύμα" και το Γερο-Δήμο του Βαλαωρίτη...
Το ποίημα το 'χει γράψει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο ποιητής-συγγραφέας που έγραψε και Τα Ψηλά Βουνά...
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου , που από τότε, 100 χρόνια πίσω, είχε κατανοήσει ότι φύση=θεός και μάνα και πατέρας και φίλος κι αδερφός.Είχε κατανοήσει και φρόντισε ν' αποδειξει και με το έργο, του ότι πέρα και μακριά απ' τη φύση, αλλά , κυρίως , δίχως την παρουσία της φύσης στην Τέχνη ,η ίδια η Τέχνη χάνει τη φρεσκάδα τη νοστιμάδα και την αλήθεια της, χάνει τους χυμούς της,  τη δύναμή της και το ενδιαφέρον της, καταντάει επιτηδευμένη , χάνει το στόχο της που είναι η ύψωση-θέωση του ανθρώπου με τον τρόπο του Ναζωραίου που ήρθε και γεννήθηκε σ' ένα φτωχικό κατάλυμα , έξω στην ουσία, δίπλα σε ζώα, μες στη φύση δηλαδή,ταπεινός μες τους ταπεινούς, αγκάλιασε κι αγκαλιαστηκε από ταπεινούς -ψαράδες, ξυλουργούς κ.λ- , μαρτύρησε πάνω σ' ένα βουνό,κι υψώθηκε τελικά πάνω από ένα ποτάμι, ψηλά στον γλαυκό αιθέρα..... 
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου λοιπόν, που έγραφε -και- ποιήματα, τότε που η ποίηση ήταν μέσο επαφής των ανθρώπων κι όχι πίνακας αφηρημένης τέχνης όπως εννιά στις δέκα συμβαίνει σήμερα με την "ποίηση", όπως εύστοχα παρατήρησε ο φίλος μου Ηλίας απ' την Κύπρο, κάπου σε καποιο του σχολιο σχετικά με το κατάντιο της σημερινής "ποίησης"....
Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε φωναχτά το ποίημα.Σήμερα που , όλοι μας είμαστε Γιάννηδες, και σκοτώνουμε κάθε μέρα το θεό μας, τη μάνα μας, τον πατέρα μας και το φίλο μας, τη φύση δηλαδή,
κι αντί να φτάσουμε στην ύψωση-θέωση, ταπεινοί βυζαίνοντας το πετρόγαλο των βουνών, μαραινόμαστε-μαζεύουμε-πέφτουμε ,βελζεβούληδες/διαμερισματοπόντηκες/ένοικοι ισόβιοι τσιμεντένιων φερέτρων πανάκριβων φευ...

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Πρωτοχρονιά στα Γιάννενα... . . .





(photo: Γιάννης Αυγέρης) ...Με νοσταλγία,θυμάμαι  κάποιες  παλιές Πρωτοχρονιές ,πίσω στις αρχές του '80, όπου πλακωνόμασταν στα τσίπουρα, αποβραδίς , σε ωραία  χαρακτηριστικά στέκια της εποχής...Λαϊκά στέκια :Τσιοκάνης,Όαση,Γκουγιάννος, Μπρούζος κ.λ κ.λ...Με προεξάρχοντες ενίοτε, κάποιους αξέχαστους φίλους-"γκεσέμια" της εποχής :Δερβέντζας..Σκάρας κ.λ  ...Mας έβρισκε ,θυμάμαι, η αλλαγή του χρόνου, να πίνουμε, ν' αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε, όλοι μαζί, γνωστοί κι άγνωστοι....Εκκλησίασμα σωστό όλο το ανθρωπολόι στο μαγαζί...Τέτοια μυσταγωγία που, αν κι όποτε έπεφτε το μάτι  απόξω απ' το τζάμι, στο δρόμο, μας φαινόταν ο έξω κόσμος, ποτάμι παρδαλό κι αλλιώτικο που κόντρα του κολυμπάγαμε, εμείς "οι απομέσα"...εμείς "οι απέξω" , σωστότερα, αφού σ' αυτά τα παλιά στέκια , κυρίως,σύχναζε, ευδοκιμούσε κι ανθούσε το ωραίο περιθώριο της εποχής εκείνης...


  Πρωτοχρονιά στα Γιάννενα
νάμα και ξεροσφύρι
το τσίπρο μεταλάβαινα  
σε ξέχειλο ποτήρι

γράδα κοντά στα είκοσι
κι ενίοτε παραπάνω,
 Μπρούζο, Τσιοκάνη, Όαση,                    
 Καραβατιά, Γκουγιάνο 

τρίζαν τα ρακοπότηρα
στου μαγαζιού το βάθος,
πώς κουρταλούν τα σήμαντρα
κι αναγαλλιάζει ο Άθως,

 κι ο μαχαλάς ευώδιαζε
ρακί,σαν Άγιος Τάφος,
και "τούτο εστί το αίμα μου"
βραχνόψελνε ο Βάκχος

μέχρι που ο Σκάρας-άγγελος
 μ' ένα Sante ρομφαία,
κι οπίσω του εκκλησίασμα
ευλαβικό η παρέα

εμπαίναμε αναπόταμα*
στου κόσμου το ποτάμι
που κατηφόραε παρδαλό
απόξω από το τζάμι,

κάτω ο κόσμος, πάνω εμείς 
σαν πέστροφες στο ρέμα,
βαστάγαμε αμετάβλητο
φρόνημα, βλέμμα κι αίμα,

 οι άλλοι γέρασαν νωρίς,
εμείς μείναμαν ίδιοι
ωσάν στο Μώλο το παλιό
τ' άγαλμα του Μαβίλη

οπού αγναντεύει ακοίμητο, 
το χάραμα το Δρίσκο,  
τη νύχτα  των στασιαστών
των άστρων το στολίσκο

που πάντα  μπόι σηκώνουνε
 και πάντα καταφέρουν
 να φέξουν μες στη σκοτεινιά
το χάραμα να φέρουν.
........................................
Το τσίπουρο στα Γιάννενα
τα χρόνια του '80,
διπλό το μεταλάβαινα,
κι ακόμα μες στα δόντια

εκείνο το ίδιο πίσω-εμπρός
γλυκά το μηρυκάζω,
 στου '80 τον παλιόν μπαξέ
 ν' ανθοβολώ ν' αγιάζω...
                                   
*αναπόταμα= αντίθετα προς το  ρεύμα του ποταμού

 άγγελος παπαγεωργίου - λεύτερη Πίνδος




Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Ρομά . . .

 
 

Να  'μουν στ' αντίσκηνο Ρομά 
-μη μ' έχει η πόλη σκλάβο- 
να  'χω σκεπή το μούχρωμα 
το μενεξί, το μπλάβο, 

να κάνουν δυό και τρία εφτά 
κι εννιά οι πέντε ογδόντα 
να  'χω τα πούστικα λεφτά 
προσάναμμα στη σόμπα , 

να 'μαι κιλά εξήντα δυό 
-ούτ' ένα παραπάνω- 
 με ψωμοτύρι και νερό
ταράτσα να την κάνω,

κι άμα πεθάνω, ουδέ παπά 
να θέλω ουδέ και τάφο, 
μα χώσιμο αδακεί βαθιά
στ' αντίσκηνο από κάτω, 

να ξεχρεώσει η σάρκα μου
της λάσπης το σκουλήκι
που εζούσα μες στο χτήμα του
χωρίς να δίνω νοίκι...

άγγελος

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ (λαϊκός ζωγράφος,1870-1934)



Στον καφενέ που κάθεσαι,
με τα νερά εφάπτεσαι
του ποταμού Ιορδάνη,

κουβέντες πάνε κι έρχονται,
μες στου καφέ σου αλέθονται
το μαύρο το φλυτζάνι,

άγγελος ήσουν που όφειλε
τ' αόρατα, Θεόφιλε,
ζωγραφιστά να κάνει.
............................................

Είσαι ένα δέντρο στο βοριά,
με τα παιδιά μιλάς μονάχα,
και με τ' αποσπερνά πουλιά
που στήνουνε φωλιές στα βράχια.

Μη δείχνεις όλο σου το φως
-σφραγίδα είναι το φως, του πρώτου-
Θεόφιλε, όπως ο Χριστός
που τον καρφώσαν' στο σταυρό του.

άγγελος -25 Αυγούστου του 2014- Χουλιαράδες  


Πριν 80 ακριβώς χρόνια , στα 1934, πέθανε ο σπουδαίος λαίκός ζωγραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ.Μονάχα ο Γιώργος Ζωγράφος, τον τραγουδησε (σε ποίηση Εμπειρίκου και μουσική Μαμαγκακη) τόσο σπαραχτικά κι αληθινά.Ήταν, βεβαίως, κι η θλίψη κι η "τρέλα" που ..κουβάλαγε στο λαρύγγι του, αυτος ο ανεπανάληπτος ερμηνευτής του νέου κύματος.
Μετέπειτα, πολλοί , κι ανάμεσά τους κι οι Κατσιμιχαίοι, προσπάθησαν να τραγουδησουν το Θεόφιλο.
Όλοι τους όμως με έναν τρόπο επιτηδευμένο, παγιδευμένοι στη μανιέρα τους, και, καθόλου μα καθόλου κοντά σ' ό,τι ήταν ο Θεόφιλος: ένας μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης, που η μισή μεγαλοσύνη του οφείλεται στ' ότι δεν είχε επιγνωση του πόσο σπουδαίος ήταν, οπότε κι απ' την αρχή ως το τέλος, δημιουργούσε με μια παρθενική ματιά, και με μιαν αγνή-παιδιάστικη διάθεση, διχως ύφος, στυλ κ.λ κ.λ

 

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Παμβοχαϊκός-Μίλαν : 3-0 (τελικό)

 


Εσύ 'σαι ο Παμβοχαϊκός 
κι αυτοί είναι η Μίλαν, 
πριν βγει η χρονιά, κακήν-κακώς 
στην ανεργία σε στείλαν' ,  

χωρίς ψωμί και φράγκο ουδέν  
σαν φύλλο στον αέρα 
τα τραγουδάκια του Κοέν 
να παίζεις όλη μέρα.

Μπές στα γραφεία τους  το πρωί 
 ζωσμένος δυναμίτη 
κάν' τη στερνή σου προσευχή
και γάμα τους το σπίτι, 

έκτακτο ανακοινωθέν 
το MEGA να σε βγάλει, 
ο "Παρτιζάνος" του Κοέν
να ζωντανέψει πάλι... 

άγγελος-4 Γενάρη του 2014

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Στου λύκου τον ντορό


 


Τη λευτεριά μου την κερδίζω 
τρέχοντας πάνω στα βουνά, 
γυρνώ κι η πόλη τζαμπουνά
το ίδιο μοιριολόι το γκρίζο, 

τι τύχη να  'χεις, μες στους τοίχους
κλεισμένος σαν τον Ιωνά
 στα καπνισμένα, παγερά
σπλάχνα του  τσιμεντένιου κήτους, 

τρεις σβόλους που ευτυχώς βαστάτε
χώμα απ' τα διάσελα ψηλά,
παπούτσια μου αθλητικά
που σας τιμάω και με τιμάτε, 

σαν το χαλί του μουσουλμάνου
απλώνω στο μωσαϊκό
και πέφτω να προσευχηθώ
με το μυαλό στην Πίνδο πάνω, 

δέκτες, μεγάφωνα κι αντένες,
σκουριάζουν , κλείνουνε, σιγούν,
άγιοι πευκώνες τραγουδούν   
και λεύκες Παναγιές Παρθένες, 

ο άθλος μου η σερμαγιά μου
παράδεισός μου το βουνό 
μια ίντσα γης απ' τον ντορό
του λύκου, η επικράτειά μου. 

Άγγελος
7 Απρίλη του 2013 



Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Ο Malkolm Lowry ο ποιητής



Ο MALKOLM  LOWRY Ο ΠΟΙΗΤΗΣ(22 Ιούλη 1909 - 26 Ιουνη 1957)
"Ενθάδε κείται ο Malkolm Lowry,του οποίου οι στίχοι ήταν ανθηροί και συχνά λαμπεροί.Ζούσε νύχτα,και τη μέρα έπινε,και πέθανε παίζοντας γιουκαλίλι" αναγράφεται πάνω στον τάφο του Malkolm Lowry !...
Ο Malcolm Lowry(1909-1957),άγγλος ποιητής και πεζογράφος, εγινε γνωστός από
το μυθιστόρημα του Κάτω Από Το Ηφαίστειο,το αριστούργημα που συγκαταλέγεται στα 10 σπουδαιοτερα βιβλία του 20ού αιώνα. Το «Κάτω από το Ηφαίστειο» αποτελεί το έργο ζωής του Malcolm Lowry, με έντονα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τις εμμονές, τους εφιάλτες, τα παιδικά τραύματα και τις ανησυχίες του συγγραφέα.Το «Κάτω από το Ηφαίστειο» είναι για τον Malcolm Lowry μία «μεθυσμένη Θεία Κωμωδία».
Η λογοτεχνία και το αλκοόλ ήταν οι δύο εμμονές του.
Ο αλκοολισμός και οι ψυχικές διαταραχές σκίασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μπαινόβγαινε σε κλινικές. «Έπινε τα πάντα» έγραψε αργότερα η σύντροφός του Jan Gabrial στο βιβλίο της «Μέσα στο Ηφαίστειο».
Πέθανε στις 26 Ιουνίου του 1957 από υπερβολική δόση υπνωτικών. 

Ο MALKOLM LOWRY Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Όλος ο κόσμος, τις νυχτιές ,πηγαίνει και πλαγιάζει,
κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής , ποτέ δεν ησυχάζει,
τη νύχτα , γράφει σαν τρελός, τη μέρα πίνει ουίσκυ,
ο οίστρος θέλει οινόπνευμα κι η Τέχνη θέλει πίστη,
θέλει και χίλιους εαυτούς ν' αλλάζεις κάθε ώρα
καθώς αλλάζει ο άνεμος στου καραβιού την πρώρα,
να πολεμάς, να δέρνεσαι, ν' αγκομαχάς, να στέργεις,
να πας δεξιά, να πας ζερβά, νά 'ρχεσαι και να φεύγεις,
σαν Κάτω Απ' Το Ηφαίστειο,αγρίμι λαβωμένο
που η λάβα ως φτάνει, σούρνεται, 'μπρός-πίσω αλαφιασμένο,
για μιαν ακόμα ανασεμιά,για μια αστραψιά στο δείλι
για μια στερνή του ανέμου ηχώ,σαν από γιουκαλίλι.
......................................
Όλος ο κόσμος,κόσμο πάει τη μέρα για να βρίσκει,
κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής ,βουλιάζει μες στο ουίσκυ,
γερά φτερά να βγάλει ο νους,ν' αναληφτεί να φύγει
με πέντε λέξεις ακριβές στην άκρη στο μολύβι.
άγγελος-26 Θερτή του 2014

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Του Μάρκου


 
Σ' όλα τα διάσελα βροχή σ' όλα τα βιλαέτια,
πάν' οι παράδες κι οι χαρές, πάν' και τα μπερεκέτια,
πέντ'-έξι έχουν τον παρά, πέντ'-έξι οι παραλήδες
πέντ'-έξι οι βιομήχανοι κι όλοι οι κοτζαμπασήδες,
ο Μάρκος σφίγκει το σπαθί και το βαρύ ντουφέκι
βγαίνει απ' την κούλια την ψηλή κι απ' το παλιό το γρέκι,
φιλάει τον κύρη στο δεξί, στο μάγουλο τη μάνα,
φιλάει κι από τ' απόμακρα, Τζουμέρκα και Μουργκάνα,
διαβαίνει τον Καρβασαρά, τη γέφυρα στο Ρίο,
χιόνι και δίσεχτος καιρός, χιόνι βροχές και κρύο,
μπαίνει στην Ελευσίνα ορθός, στο Σύνταγμα φορτσάτος,
καμπάνα ο Ηπειρώτικος ο μπούτζος του ο βαρβάτος
βαρεί και γύρω οι σύντροφοι μαζώνονται χιλιάδες
με τα βαριά τα μάνλιχερ και τους παλιούς τους γκράδες,
ποιος είδε αητό στη θάλασσα και δέλφινα στα Τέμπη,
ποιος είδε βιομήχανο, φτωχούς να υπηρετεύει,
μέρα καλή ξημέρωσεν αρχοντοθυγατέρα,
πλάση ανθισμένη κι όμορφη, κόκκινη πέρα ως πέρα...

άγγελος-13 Θερτή του 2014-λεύτερη Πίνδος

Του ΕΛΑΝ οι σύντροφοι οι παλιοί

Σαν ίσκιοι πλάι στα λάβαρα τα κόκκινα, 
τα σύννεφα οι παλιοί οι αγωνιστές 
κοιτάν' τα μολυβιά τα θεοσκότεινα
που εβάρυναν στου Αίμου τις κορφές.

 -Μπαρμπα-Αναστάση, η Γη θα γίνει κόκκινη! 
-Καπεταν-Γιώργη, εσήμανε ο καιρός! 
Μπριόζοι οι νεολαίοι, οι πάντα πρόθυμοι 
να ειδούν ως και στον ζόφο ολίγο φως, 

 τα ίδια ωραία λόγια μηρυκάζουνε, 
μα οι σύντροφοι οι παλιοί οι αγωνιστές 
δακρύζοντας στην άσφαλτο βουλιάζουνε 
με σηκωμένες πάντα τις γροθιές, 
σάπιες μαούνες στα νερά τα βρόχινα 
-στο ΕΛΑΝ φουρτούνες άντεξαν παλιές- 
σαν ίσκιοι πλάι στα λάβαρα τα κόκκινα 
σαν σύννεφα οι παλιοί οι αγωνιστές. 
άγγελος-15 Μάη του 2014 
λεύτερη Πίνδος

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Γιαννιώτικη βροχή

 
 
photo:Θωμάς Σιώζος

 Όπου, τρέχοντας χτες 6 Μάη,κατά τις 8, πριν το σούρουπο,δίπλα στη λίμνη των Γιαννίνων και προς την Καστρίτσα, μ' έπιασε άγρια βροχή.Χαλάζι κι αγέρας δυνατός.Βορειοδυτικός. Κι όταν λέμε "βροχή", εννοούμε να 'χουν ανοίξει οι ουρανοί...Οι Γιαννιώτες ξέρουν...Το διαπίστωσαν χτες και προχτές.. Σημείο!!!
Μούσκεμα ως το κόκαλο, το χειρότερο είναι να σταματήσεις να τρέχεις.Ειδικά με τέτοιον αγέρα.Παγώνεις.Πόσο μάλλον, όταν τρέχεις  ..ξεμπλέτσωτος, όπως το 'χω εγώ συνήθειο, χρόνια τώρα. 
Το καλύτερο μου μπορείς να κάνεις, είναι να συνεχίσεις να τρέχεις μ' αμείωτο ρυθμό. 
Ε, κάπως έτσι, γίνεσαι ένα με τη βροχή, αδερφός της και φίλος της.Και μ' όλα, τριγύρω.Ζωντανά κι άψυχα.Αδερφός και φίλος πάλι.Και με τα σύννεφα, πάνω.Αδερφός και φίλος.Κομμάτι κι εσύ αδιαίρετο της Πλάσης, σάρκινη χάντρα στο άφθαρτο κι αιώνιο κομπολόι του Σύμπαντος. 
...Και πας...Και πας...Ως που, μες σε τούτο το ασυνήθιστο σκηνικό -κι είν' αλήθεια πως σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, βιώνεις πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλόκοτα κι όμορφα- έρχεσαι σ' έκσταση κι αρχινάς να βλέπεις και ν' ακούς πράματα.Ακούς στίχους ποιητών που αγαπάς.Γεύεσαι ψήγματα αθανασίας, έτσι που μ' όλη σου την αλκή τρέχοντας, σκίζεις  το μαύρο κι ογρό σκοτάδι και ξορκίζεις-νικάς του θανάτου το φόβο, τον ανίκητο ως τα τώρα...Στη βροχή πάντα...Στη Γιαννιώτικη βροχή που, τόσο συχνά που πέφτει, είναι ένα με τα Γιάννενα...Απ' όταν επλάστη ο κόσμος...Άγιο και κρύο μύρο, στις πλάτες της πάλαι ποτέ όμορφης μικρής μας πόλης...
 
 ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ
Κι όπως το σούρουπο έτρεχα στις παραλίμνιες στράτες,
κι απάνω η ογρόστομη η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα 
μού  'πεφτε αγίασμα στις γυμνές τις ξαναμμένες πλάτες, 
στο κομπόλόι του Σύμπαντος σάρκινη ένιωθα χάντρα, 
 
μια χάντρα εγώ, χίλιες της Γης τ' αθώα τα πεταλούδια, 
χίλιες του αιθέρα οι μυρουδιές, χίλιες τα γκρίζα νέφη, 
και χίλιες τα μυριόστομα λυπητερά τραγούδια 
που φτάναν' πέρα απ' το θολό, μαύρο της νύχτας ξέφτι, 
 
-τραγούδια για το θάνατο και τις παλιές αγάπες, 
του Καρυωτάκη, του Άσιμου, του Λαπαθιώτη, του Άγρα-
και θούρια για τους ταπεινούς, στις παραλίμνιες στράτες, 
ανάρια ως έψελνε η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα,
 
ως πού  'φτανε η γλυκιά η ζωή, κι ως πού η θανή κι ο ζόφος
μήτε που μ' ένοιαζε, έτσι αργά που εγλύκαινε τριγύρω 
η Πλάση κι ο Ηπειρώτικος γενέθλιος ο τόπος, 
απ' της Γιαννιώτικης βροχής τ' άγιο το κρύο το μύρο...  
 
άγγελος-6 Μάη του 2014  
τρέχοντας στη βροχή...στη Γιαννιώτικη αιώνια βροχή...