Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης


 (...ιδέστε μορφή ποιητική,που αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου...μορφή που φαίνεται να τιμάει και να δοξάζει το ασήμαντο, τ' άδοξο, ακόμα και το γελοίο...και να σαρκάζει το Σύμπαν, και τον εαυτό του πρωτίστως...)

Νά! λοιπόν ο Καρυωτάκης 
με τα μάτια τα βαθιά 
μαύρα προκεχωρημένα
χαρακώματα εχθρικά 

στο μεγαλομεταπράττη
στον αστό και στον παπά , 
νάτον με την κέρινη όψη 
και τα ζυγωματικά 

σάρκινα πολυβολεία  
να γαζώνουν στη σειρά
ποιητές -τάχα- του κόλου 
στου Βιβλίου Τη Στοά, 

νάτον με την ξεβαμμένη 
τη γραβάτα τη ριγέ 
στους μελλοντικούς να δείχνει 
τεχνοκρίτες τούς μπλαζέ  
  
δυο σαρανταπληγιασμένους 
όρχεις συφιλιδικούς  
πίσω από το γκρι ψαθάκι 
με τους κόμπους τους πυκνούς,

νάτον με το λαδωμένο 
κορακίσιο του μαλλί 
στον βραχνό  να βγάζει γλώσσα
κόρακα που καρτερεί  

στ' άραχλο στα κυπαρίσσια 
το μνημούρι το βαρύ, 
νάτον με του σαγονιού του 
το λακκάκι το βαθύ 

έτοιμο να πλημμυρίσει 
αίμα κόκκινο πηχτό 
να σαλπάρει  ν' αρμενίσει 
πάνω απ' τον Αμβρακικό 

νά 'βγει ναύτης στον αιώνα 
 νά 'ρθει να χωθεί ντουγρού
στο δικό μου το κρανίο 
στο δικό σου, στ' αλλουνού, 

σ' οποιανού μακριά τραβάει
κι έρχεται από μακριά.
Νά ! λοιπόν ο Καρυωτάκης 
με τα μάτια τα βαθιά, 

τα μαλλιά τα κορακίσια  
και τα ζυγωματικά 
κάστρα για παιδιά ντυμένα 
του θανάτου τη χαρά 

την ωραία χαρμολύπη 
τ' απαστράπτον μέλαν φως. 
Νά ! λοιπόν ο Καρυωτάκης 
των Ποιητών ο πιο λαμπρός. 
ά. -λεύτερη Πίνδος -25 Αλωνάρη του 2016


Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Τα χιόνια ενός καυτού Αλωνάρη




(...η καλύτερη,και μακράν πιο ωφέλιμη ψυχοπνευματοσωματικά χρήση της τηλεόρασης:να μην πιάνει , να 'χει χιόνια που να σου δροσίζουν τον ίδρωτα του κορμιού μες στον καυτό Αλωνάρη....)
ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑΥΤΟΥ ΑΛΩΝΑΡΗ
Εκάμαμε έρωτα μπροστά στην τηλεόραση,
τα χιόνια, τ' Αλωνάρη εδρόσιζαν την πύρα,
γιόμα εξαπλώσαμε είχε πάει δέκα η ώρα, συ-
θέμελα πέμπτη - ή έκτη;- του πόθου σου η θύρα

φορά τραντάχτηκε στο σκοτεινό δωμάτιο,
η νύχτα αρχάγγελος στις μαύρες της φτερούγες
της ηδονής το τελευταίο το γραμμάτιο
πήρε κι εχάθηκε στου Σύμπαντος τις ρούγες,

απ' αύριο εγώ δεσμώτης στης ανίας τη χώρα, 'σύ
για πάντα θα 'φευγες -έτσι ήθελε η μοίρα-.
Εκάμαμε έρωτα μπροστά στην τηλεόραση,
τα χιόνια, τ' Αλωνάρη εδρόσιζαν την πύρα...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Σωτηρία Βασιλακοπούλου (2/6/1959 - 28/7/1980)





ΣΩΤΗΡΙΑ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ(2/6/1959-28/7/1980)
Τη Σωτηρία τη Βασιλακοπούλου
ποιος τη θυμάται πλέον , της ΕΤΜΑ?
Κανείς!Άλλα είν' τα επίθετα σε -οπούλου,
που μας ζαλίζουν τώρα τ' αχαμνά :

Άννα-Μισέλ -μαζί!!!- Ασημακοπούλου
-Μισέλ κι Άνα!!γιορτάζει δυο φορές!!-
ή η άλλη η Άννα η Διαμαντοπούλου
με τις ..μαρξιστικές καταβολές...

Κοιτάζω ωστόσο και συγκρίνω μούρες,
την ηρωίδα έξω απ' την ΕΤΜΑ,
και τις δυό παραπάνω ..δεκαοχτούρες
με τις μουσούδες τίγκα στη μπογιά...

Κοιτάζω βλέμματα,κοιτάζω μάτια,
μετράω συνείδηση, αρχοντιά, φωτιά.
Χρυσός από τη μιά χίλια καράτια,
κι από την άλλη καρατσολαριά...
.................................................
Τη Σωτηρία τη Βασιλακοπούλου,
ποιος τη θυμάται πλέον, της ΕΤΜΑ?
Κανείς!Καθήμενος επί του πούλου
της τρόικας, κλέφτικα ο λαός σφυρά....

ΥΓ: Χαροπαλεύοντας το βράδυ εκείνο,
σκέφτηκε η Σωτηρία κι αλαφιάστηκε :
"-Ρε μάγκα, Δαμανάκη λες να γίνω
αν ζήσω;" ..Και να ξεψυχήσει βιάστηκε...
ά. - λεύτερη Πίνδος
Σαν χτες , στις 28 Ιουλίου του 1980, η νεαρή αγωνίστρια, φοιτήτρια κομμουνίστρια Σωτηρία Βασιλακοπούλου (φωτογραφία) δολοφονούνταν με φριχτό τρόπο έξω από την πύλη του εργοστασίου της ΕΤΜΑ, επειδή μοίραζε προκηρύξεις στους εργάτες. Η Σωτηρία πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί ν' αλλάξει, ότι οι εργάτες μπορούν να γκρεμίσουν το σύστημα της καταπίεσης και εκμετάλλευσης και πάλευε για αυτό. Η θυσία της δεν πήγε χαμένη. Ο καλύτερος φόρος τιμής στο πρόσωπό της είναι η συνέχιση του αγώνα.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Παγωτό χωνάκι




ΠΑΓΩΤΟ ΧΩΝΑΚΙ
Άμα τ' αγγίζει ο ποιητής -πώς κάνει εδώ ο Ρίτσος-
τ' άψυχα οπού 'ναι αδόξαστα,χαράς φωνούλα μπήγουν,
χαίρονται ωσάν τα ζωντανά και παραπάνω ίσως,
στον καύσο ως ένα παγωτό χωνάκι, δρόσο αφήνουν !
ά. - λεύτερη Πίνδος

..."Ο παγωτατζής"...ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, εξαιρετικά μελοποιημένο απ'
το Σπήλιο Μεντή, κι εξίσου εξαιρετικά τραγουδισμένο απ' τη Γιοβάννα...

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Αμαγάριστα κι αυτόφωτα





(...σκέψεις , ανάκατες με ρίμες, την ώρα ολόγυμνου-νυχτερινού-παραποτάμιου τρεξίματος... )

Ψες βράδυ έτρεξα ολόγυμνος στη χλόη,
στην ακροποταμιά σαν παρωρίτης κάστορας,
σάρκινη χάντρα στων σκιών το κομπολόι,
τρελός, φτωχός, λιανός, νευρώδης αυτοκράτορας,

καμπάνιζαν μισήν οργιά απ' το χώμα οι όρχεις,
σήμαντρα των τρελών το σύμπαν να ξυπνήσουνε,
ως που 'ρθε ο Αρθούρος ο Ρεμπώ, ο Βερλαίν κι ο Μπόρχες,
δυο δράμια ατόφιας έμπμνευσης να μου χαρίσουνε,

κι έτσι ωραία τρελό, κάτω απ' της Πούλιας τ' άστρο,
μονάχο, κάθιδρο, στην τρέλα του εποχούμενο,
μ' ηύρε η αυγή εμέ τον φτωχοποετάστρο,
στα τραγουδάκια μου τα φρέσκα πυρπολούμενο,

κι έφεγγε, κι έτσι όπως χαιρέταγα τους ίσκιους,
ο ποταμός στα μαύρα σπλάχνα του κατέβαζε
λαμέ τραγουδιστές και πλατινένιους δίσκους
κι άχρηστη λασπουριά στις όχθες του τους ξέβραζε,

κι έβραζε μες στις φλέβες μου το μπλάβο αίμα
και με στεφάνωνε μονάχο το ξημέρωμα
εμένα που 'ξερα πως όλα είν' ένα ψέμα,
γιατί είχα ζήσει του θανάτου το φανέρωμα,

και μ' ακολούθαγαν βραχνά και φάλτσα οπίσω
τα τραγουδάκια μου αναρμόνιστα κι αλλόκοτα
αδισκογράφητα φωνάζαν' να τ' αφήσω,
να τριγυρίζουν αμαγάριστα κι αυτόφωτα.
ά. - λεύτερη Πίνδος

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Ο Κωστα-Τζίρης




....ο Κωστα-Τζίρης....χωριανός μου και συγγενής ο μπαρμπα-Κώστας.....76άρης πλέον, σπαθάτος λεβεντόγερος που βόσκει το κοπάδι με τα γίδια του πάντα στην τοποθεσία "Τζίρη" ,(απ' όπου και το Κώστα-Τζίρης) ,λίγο έξω απ' το χωριό μας τους Χουλιαράδες, ψηλά στα 1100 μετρα......πάντα εκεί, όταν τρέχω τον συναντάω, τον χαίρομαι έτσι μοναχό του μα δυνατό, δίπλα στο κοπάδι του, ορθό κι αγέρωχο, και τον χαιρετάω από μακριά με τη φραση "-Αίμα!", (με το "α" μακρόσυρτο:"-Αίμααααααα!"), λόγω συγγένειας και κοινού βεβαια αίματος.....όπου λοιπόν, πριν λίγες μερες, εκεί που ετρεχα τον ειδα εμπρός μου,αλαφιασμένο και με σβελταδα και βιάση εφήβου να ψάχνει μες στο σύθαμπο -είχε ήδη πέσει η νύχτα- να βρει δυο γίδια που 'χαν ξεκόψει απ' το κοπάδι κι ειχαν χαθεί μες στο λόγκο.....μου φάνηκε, μες στη στενοχώρια που τον έλουζε απ' την κορφή ως τα νύχια, σαν Άγιος του βουνού και του λόγκου, που αγωνιούσε για τη τύχη όχι δυο τετράποδων, αλλά δυο ψυχών που τις λογάριαζε σαν ανθρώπινες κι ακόμα παραπάνω : σαν παιδιά του...... απόμεινα εκεί κάμποσην ώρα, να τον ακούω που καλούσε με δυνατές φωνές τα δυο ξεστρατισμένα ζωντανά, και θαρρώ πως με τόση συντριβή που πλανιόταν μες στο σκοτάδι, ανάμεσα σε κοφτερά λιθάρια, πουρνάρια κι ασπαλάθια, στα τυφλά σχεδόν πατώντας, δεν μπορεί παρά να 'σκυψε πάνω του να τον βοηθήσει η Πλάση ολάκερη με τα βουνά της Πίνδου που θα επιστράτευσαν ως και τους Αη-Λιάδες των ξωκλησιών τους να βγουν και να ψάξουν τα δυο τα ζωντανά του Κωστα-Τζίρη.....

Ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης
-σαν σμίγαμε, "-Αίμα!" πάντα τον καλούσα
έτσι που ωσάν πατέρα τον τιμούσα-
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης,

πως το βραδάκι εκείνο του Αλωνάρη,
που απ' το κοπάδι του είχανε ξεκόψει
δυο γίδια, και μ' ωχρήν ο Κώστας όψη
τα εγύρευε κάτω απ' τ' αχνό φεγγάρι,

ώρες πολλές μέχρι τον πρώτο όρθρο,
πατώντας στα τυφλά,θάμνους, λιθάρια,
κέδρα, ασπαλάθια κι όχτους και πουρνάρια,
κι εφώναζε κι εχάλαγε τον τόπο,

κι έπεφτε όπως σκουντούφλαγε, και πάλι
σηκώνονταν κι έκραζε απελπισμένα
τα ζωντανά που 'ταν ξεστρατισμένα,
ολόγυρα γυρνώντας το κεφάλι

να φτάνει ως κάθε διάσελο και ράχη
η λαγαρή η στεντόρεια φωνή του,
κι ας ραγισμένη η ευγενική ψυχή του
τρεμόπαιζεν εντός του ωσάν το στάχυ

στο φύσημα του δυνατού του αγέρα,
και πάνω , ω! πάνωθε απ' τον Κωστα-Τζίρη,
σκυμμένα μες στο σύθαμπο είχαν γείρει
της Πίνδου τα βουνά, απ' το Γράμμο πέρα

ως κάτω απ' το Αιγαίο τον Ψηλορείτη,
με μιαν στα βράχια τους χυμένη θλίψη,
που 'χεν η γης -θαρρείς- άξαφνα ανοίξει,
κι ωσάν τον κλέφτη ωσάν τον λωποδύτη

τα ζωντανά του Κώστα είχεν αρπάξει,
κι εφέγγανε με τ' άσπρα τους λιθάρια,
εκεί που 'σερνε ο Κώστας τα ποδάρια,
να δει καλά τον τόπο και να ψάξει,

κι έτσι που η Πλάση, για δικιά του χάρη
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-
με λύχνο το φεγγάρι του Αλωνάρη,

απ' τα κλειστά ξωκλήσια, τους Αη-Λιάδες
ευγενικά στη νύχτα είχε καλέσει
να κατεβεί ο καθείς τους να γυρέψει
τα ερίφια στους γκρεμούς και στις κορφάδες,

το Σύμπαν την ανάσα του εβαστούσε,
κι ω! μάρτυς μου ο προστάτης των αιπόλων
που 'ναι κι ο χτίστης κι ο προστάτης όλων,
εκεί που ολονυχτίς βαριοπατούσε

ο ταπεινός βοσκός ο Τζουμερκιώτης,
κυκλάμινα και ρόδα αράδα ανθίσαν'
κι αηδόνια απάνωθέ τους φτερουγίσαν'
στο φέξιμο της χαραυγής της πρώτης,

κι εψήλωσαν, κι έφτασαν τα Τζουμέρκα
-ποτέ δεν θα το μάθει ο Κωστα-Τζίρης
ο γερο-Χουλιαράς ο νοικοκύρης-
απ' το στερέωμα τ' ουρανού δυό μέτρα!
ά. - λεύτερη Πίνδος - 12 Αλωνάρη του 2016

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Ψάλλε, ολόγιομο φεγγάρι





...η χτεσινή πανσέληνος...το γιομάτο φεγγάρι είναι σαν το ντεφι του γύφτου, που σηκώνει τον κόσμο στο χορό για ν' αποξεχαστεί....

Ψάλλε, ολόγιομο φεγγάρι,
το ποτάμι, την ιτιά,
τη ζωή μου, ωσάν λυχνάρι
που αντρειεύει στο βοριά,

των αθλίων ιδρυμάτων
τους ολάνθιστους τρελούς,
των κατάφωτων δωμάτων
τους αστείους γνωστικούς,

το κορίτσι στο ωδείο
με τα κόκκινα μαλλιά
και το αναρριγούν αιδοίο
στην αντήχηση του La,

το γιοφύρι στο Ζαγόρι
κερατζή που καρτερεί,
τη χλωμή γεροντοκόρη
που δεν έζησε ζωή,

τα στιχάκια μου, που χρόνια
σε συρτάρια-φυλακές
περιμένουν αρραβώνα
με ρυθμούς και μουσικές,

ψάλλε εμένα, ψάλλε εσένα,
ψάλλ' του κόσμου τις δροσιές
που σε σκοτεινές -μια μέρα-
χθόνιες μαύρες περατιές

θ' απομείνουν αγκωνάρι
σωριασμένο καταγής,
ψάλλε, ολόγιομο φεγγάρι,
σκόνη πριν κι εσύ γενείς.
ά. - λεύτερη Πίνδος - 21 Αλωνάρη του 2016










Έξι άγγελοι στην Καπνικαρέα





ΕΞΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΝΙΚΑΡΕΑ
Έξι άγγελοι γυρνάνε
έξω απ' την Καπνικαρέα,
άσπρο κρίνο δεν βαστάνε
ούτε πύρινη ρομφαία.

Έξι άγγελοι-αποστάτες ,
έξι άγγελοι-μαγείροι,
για φτωχούς και μετανάστες
μαγειρεύουν στο λιοπύρι.

Ένας ρίχνει το πιπέρι
το φαϊ να νοστιμίσει,
ένας ντάλα μεσημέρι
τη φωτιά φυσάει μη σβήσει,

κι ένας σαν το Γιάννη-Αγιάννη
με τρελού κι Αγίου μάτι
ρίχνει κρέας στο καζάνι
χίλιοι για να φάν' νομάτοι.

Ένας στρώνει το τραπέζι
στην Καπνικαρέα πλάι
και κρασάκι πετιμέζι
την αγρύπνια του κερνάει,

κι άλλοι δυό σαν ακροβάτες
στο Ερέχθειο ντελαλίζουν
κι έρχονται πέρα απ' τις στράτες
οι φτωχοί και κολατσίζουν...
ά. -λεύτερη Πίνδος- Αλωνάρης του 2016

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Κάποτε που κολύμπαγες, Ελένη Αυλωνίτη . . .

.: Αυλωνίτου: "Να εκδοθούν οι 8, έκαναν εγκλήματα κατ...: Από Σπύρο Σούρλα Βγήκαν τα φασισταριά στην γύρα..Φυσικά έτσι ανοίγει ο δρόμος και για κάθε Τούρκο και Κούρδο..πρόσφυγα


....στο αποπάνω link : "Να εκδοθούν οι 8, στην Τουρκία (και να τους πάρει το κεφάλι με τη μία, ο αρχιφασίστας Ερντογάν) ", ζήτησε η "συντρόφισσα" Ελένη Αυλωνίτη...Και φουρτούνιασαν αμέσως, όλες οι πισίνες όπου είχε κάποτε κολυμπήσει-αγωνιστεί-διακριθεί....Και την έφτυσαν τα νερά τους... Α, ρε Λένη, που δεν σου στάθηκε -δυστυχώς- σχολειό ο αθλητισμός..Τζάμπα πελεκιόσουν μια ζωή στις πισίνες....

Κάποτε που κολύμπαγες, Ελένη Αυλωνίτη,
κι είχες πατρίδα το νερό και φλάμπουρο και σπίτι,
είχες καρδιά στ' αριστερά που δούλευε ρολόι
και νόγαες τους αδύναμους κι όλο το φτωχολόι

για συγγενείς σου.

Τώρα γαλόνια φόρεσες,Λένη, παναθεμά σε,
καβαλησες το έδρανο, κι αλλιώς πια συλλογάσαι,
σαν ψάρι απόξω απ' τα νερά που σούρνεται στην πέτρα,
είσαι -ας μη το 'νιωσες- καιρό, κάτω απ' τη γη δυο μέτρα.

Λένη, ντροπή σου!


ΥΓ: Η άθληση είναι έμπνευση, Ιδέα και λυτρωμός,
γάμος με την πανέμορφη βασίλισσα-ενδορφίνη,
κι ο που την παύει γίνεται καρμοίρης και φτωχός,
δυο βήματα απ' την άνοια και την παραφροσύνη.
ά. - λεύτερη Πίνδος



Νίκος Χουλιαράς





...σαν σήμερα, πέθανε πέρσι ο Νίκος Χουλιαράς, ο δεκαθλητής της Τέχνης, όπως εύστοχα τον είπαν, αφού ήταν ποιητής, ζωγραφος, τραγουδοποιός αλλά και ερμηνευτής εξαιρετικός που θα μπορούσε αν ήθελε να σταδιοδρομήσει σαν τετοιος(ερμηνευτής) μονάχα, διηγηματογράφος (1940-2015).... 

Ο Χουλιαράς βαρέθηκε ξενάκι στην Αθήνα,
γιόμισε χτες τ' απόβραδο τ' αμάξι του βεντζίνα,
βεντζίνα μαύρη κι άραχλη βεντζίνα αφράτο χώμα
βεντζίνα του κυπαρισσιού που 'χει τον γκιώνη στόμα,
γκάζωσε μόνος διάβηκε τη γέφυρα στο Ρίο,
στην Άρτα τού 'κανε ωτοστόπ ο Λούσιας, γίναν' δύο,
μπήκαν μαζί στα Γιάννενα, αντάρα είχε και κρύο,
και μιαν οσμή ανάκατη κερί και χειρουργείο,
γκαζόζα ήπιαν στο Παλάς, ρετσίνα στον Τσιοκάνη,
στο Μώλο βόλτα βγήκανε, στο Βέγα πυροφάνι...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Στρατής Μυριβήλης






...σαν σήμερα, 19 Αλωνάρη, πέθανε το 1969 ο μέγιστος λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης.... 

Είπανε πως γεννήθηκε
στη Συκαμιά της Λέσβου ,
αλλά τον γέννησε η γλαυκή
η ανασεμιά του Γραίγου

και του 'βαλε αρχαγγελικούς
αυλούς στα δυο του χείλη
κι ανάμεσα στα δάχτυλα
αθάνατο κοντύλι

να λέει, να γράφει να ιστορεί
τα πάθια των ανθρώπων
και τους καημούς των άτυχων
και των πικρών ερώτων

να καίν' μες στα βιβλία του
σαν άσβηστο καντήλι.
Στρατή τον λέγαν' στο μικρό
και στ' άλλο Μυριβήλη.
ά. - λεύτερη Πίνδος -19 Αλωνάρη του 2016

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Όταν γεννιέται ο Ποιητής





...στο Νίκο Καρούζο,που σαν χτες γεννηθηκε-17/7/1926 ... 

Όταν γεννιέται ο Ποιητής, απόξω από το σπίτι,
ζυγώνουν τέσσερα στοιχειά, σταλμένα απ' το Θεό,
από του Βέγα τα βουνά κι απ' τον Αποσπερίτη,
ταξιδεμένα στη νυχτιά, μες σ' άγριο καιρό,

το σπίτι χερακώνουνε - σκεπή, θεμέλια, τοίχο -
και πέρα - δώθε το κουνάν', σαν βάρκα στα νερά
κι άμα αποστάσουν κάθονται παράμερα στον κήπο
κι ουρλιάζουνε παράξενα, στην κρύα σκοτεινιά,

τ' ακούει ο μαύρος ποταμός, μέσ' απ' της γης το βάθος
και μπαίνει απ' τα παράθυρα, στην κούνια του παιδιού
και στάζει Θάνατο, Έρωτα, Τρέλα και Φως και Πάθος,
στα μωρουδίσια βλέφαρα, στην άκρη του ματιού,

κι είναι απ' την πρώτη ώρα του, παιδί θανατωμένο,
τρελό και με τον Έρωτα, θεό και βασιλιά
και με το φως τ' Απόλλωνα, στο βλέμμα το θλιμένο,
να χαίρεται τα χάσματα και να τα τραγουδά,

βυζαίνει θανατόγαλο, απ' του καημού το στήθος,
ο δάσκαλος το χαίρεται, δικό του το νογά,
κι αυτό τρανεύει και τραβά αγέρωχο στο πλήθος,
με τα στοιχειά τα τέσσερα, στην άκρη στην καρδιά,

λάμπει, τρελαίνεται, αγαπά, πεθαίνει απ' τ' Άγιο Πάθος,
αρχάγγελος και δαίμονας, ποτάμι και φωτιά
και τις καμπάνες του χτυπά, χαρούμενος ο Άθως,
κάθε φορά που η πένα του, μαλάματα γεννά.
--------------------------------
Όταν γεννιέται ο Ποιητής, η μάνα του πονάει,
δεν χαίρεται, όπως χαίρονται οι μάνες οι πολλές,
γιατί τη σφάζει το πικρό ψωμάκι που θα φάει
και τ' άδικο το αίμα του, στις ανοιχτές πληγές.
ά. - λεύτερη Πίνδος

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Ανάμεσα Σύρο και Τζιά





Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη,
μικρή φυτρώνει νερατζιά
στου Γραίγου τη μετόπη,

ανθεί μονάχα μια φορά
καρπίζει μια μονάχα,
έχε τα μάτια σου ανοιχτά
και τη φωτιά στα σπλάχνα

μονίμως καίουσα-ζωντανή
αν θες να κάνεις ζάφτι
τη νερατζούλα τη μικρή
τη νερατζιά που αστράφτει

σαν τ' άστρο που φωτιές σκορπά
στων κοριτσιών την πόρπη...
Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη...
ά. - λεύτερη Πίνδος
....η ζωή μας...η μικρή μας ζωή...μια μικρούλα νερατζιά που μοσκοβολάει και βγάνει υπέροχους καρπούς, και που, έπρεπε διαχρονικά ο άνθρωπος να την "τρυγήσει"...παντί τρόπω... απ' τα χρόνια του χαλκού ως σήμερα/αύριο/πάντα...μ' όσα εμπόδια κι αν τύχαιναν...το ιερό χρέος του καθενός ανθρώπου απέναντι στην Ανθρώπινη ράτσα..

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Πέντ'-έξι αρχαία αγάλματα . . .






Πέντ'-έξι αρχαία αγάλματα
βαστάει τούτη η πατρίδα,
αγκαστριά αθάνατη,
μάρμαρο, φως κι ελπίδα....

Πέντ'-έξι αρχαία αγάλματα,
πέντ'-έξι πέτρινοι ήλιοι,
για να θαμπώνονται οι οχτροί,
να προσκυνάνε οι φίλοι....
ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Αθόρυβα πεθαίνουν στα χωριά οι γερόντοι



(...ζούσε μόνο του το γεροντάκι,σε απομονωμένο οικισμό εδω στα Τζουμερκα...τον βρηκαν προχτες κοκαλωμενο,πεσμένο στον κήπο όπου ειχε πάει να ταϊσει το σκυλο του...κάμποσες μέρες μετά που 'χε πεθάνει...) 

Αθόρυβα πεθαίνουν στα χωριά οι γερόντοι
-στα δε Τζουμέρκα μήτε που κουνιέται φύλλο-
ξυπνάν' , ποδένονται, φοράνε παντελόνι,
κι όπως πηγαίνουν να ταϊσουνε το σκύλο,

νιώθουν να πνίγονται, "-Α! θα 'ναι -λέν' - το δόντι
μέρες που επόνα".Πέφτουν κι η ζωή τους σβηέται.
Κι ώρες και μέρες ίσως οι έρμοι οι γερόντοι
μένουν εκεί δίπλα στη λυγαριά που σειέται

στ' αναριπίσματα του ανέμου που ωσάν βόγκοι
τρυπάν' στ' αυτί το φουκαρά που σκούζει σκύλο.
Αθόρυβα πεθαίνουν στα χωριά οι γερόντοι
-στα δε Τζουμέρκα, μήτε που κουνιέται φύλλο...
ά. - λεύτερη Πίνδος - 12 Αλωνάρη του 2016

Πάμπλο Νερούδα





..σαν σήμερα 12 Αλωνάρη, το 1904,γεννήθηκε ο μεγάλος Χιλιάνος ποιητής Πάμπλο Νερούδα...ανάμεσα στ' άλλα, έγραψε και το Κάντο Χενεράλ, που μελοποίησε μοναδικά ο Μίκης μας...

Τι είναι το Κάντο Χενεράλ
στις εποχές ετούτες;
Aντικολλητικό τεφάλ
να "τηγανίζεις" μπούρδες

καψουροσκυλοτράγουδα
κι έντεχνες δήθεν μάπες
-να χαίρονται τ' αδέσποτα
ν' αγαλλιούν οι γάτες-

να μένει ο αιθέρας λεύτερος
σαν μυροβόλος λόγκος
να ηχεί βροντή και κεραυνός
των Ποιητών ο Λόγος,

στρωτά, ωραία και ταιριαστά
με μελωδίες ντυμένος
κι από αρχαγγελικές φωνές
γλυκοτραγουδισμένος,

τραγούδι πάει να πει γιορτή
του ανθρώπου, της αγάπης,
θεός να νιώθει ο ταπεινός
και πρίγκηπας ο εργάτης,

τραγούδι πάει να πει σπονδή
στον Μέγιστο Αγώνα:
ψηλά να πάει ο Άνθρωπος
στον άπαντα αιώνα,

σαν χρώμα αιθέριο αυγινό
στ' Απρίλη την παλέτα
κι ωσάν το Κάντο Χενεράλ
στου Μίκη τη μπαγκέτα...

ά. - λεύτερη Πίνδος

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Διάλεγε, πάντα τρέχοντας, ΤΗ λέξη ...


  
...στα βουνά που ανεβαίνω τωρα ν' ανταμώσω, στα βουνά που είναι κιβωτός έμπνευσης-ποίησης-ζωής,στα βουνά που λέξεις σπάνιες για τους πολλούς με φιλεύουν, καθώς τρέχω πάνω τους , στις μύτες των ποδιών μου -σαν σε Άγιον Τόπο- πατώντας... 

 Μ' ύψος ένα ογδόντα τρία 
και κιλά εξήντα έξι  
είχε πλήρη ευελιξία 
ως δρομέας να διαλέξει  

στό βουνό βαθιά στο λόγκο 
 στην ανασεμιά του Βίκου
στων κυπαρισσίων το βόγκο 
στη βραχνή υλακή του λύκου
  
στων πουλιών τη νυχτωδία,  
-πάντα τρέχοντας- ΤΗ λέξη,
μ' ύψος ένα ογδόντα τρία 
και κιλά εξήντα έξι. 
ά. -λεύτερη Πίνδος 

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Πάει κι ο Πέτρος της Μυκόνου (3 χρόνια απ' το χαμό του)


...πάνε 3 χρόνια  πια, που η Μύκονος έχασε τη μασκότ της.....ο Πέτρος ο πελεκάνος, το σήμα κατατεθέν του νησιού, έπεσε τότε θύμα τροχαίου......σύμφωνα με το πιστοποιητικό θανάτου του, το πουλί ήταν ηλικίας περίπου 33 ετών κι ύστερα από επιθυμία του δήμου Μυκόνου ταριχεύθηκε......

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Για τους συντρόφους στην Καπνικαρέα


Θέλω να γράψω ένα τραγούδι λαϊκό 
σαν τα παλιά του Βαμβακάρη τα ωραία, 
για τους  συντρόφους χτες που στην Καπνικαρέα 
για τους φτωχούς φαγάκι φκιάσανε ζεστό, 

να 'ναι τραγούδι με ψυχή και νοστιμιά 
σαν το φαγάκι που μαγείρεψαν ν' αχνίζει 
σαν τ' αηδονάκι το τρελό να πεταρίζει 
πάνω απ' την πέτρινη Βυζαντινή εκκλησιά, 

σαν λουλουδάκι αμάραντο συμπαντικό 
της Ανθρωπιάς μύρο να πέμπει την Ιδέα. 
Για τους συντρόφους θέλω στην Καπνικαρέα 
να γράψω τώρα ένα τραγούδι λαϊκό. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 9 Αλωνάρη του 2016

Άκου τον άνεμο, διαβάτη!



Χαράματα πέντε και κάτι
γυρνάς στους δρόμους σαν σκιά,
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
που κατεβαίνει απ' τα βουνά,

η πείνα σού 'χωσε το μάτι
σαν να 'σαι λείψανο βαθιά ,
άκου τον άνεμο διαβάτη,
που κατεβαίνει απ' τα βουνά,

φέγγει κι οι δρόμοι ειναι γεμάτοι
φτώχεια, μιζέρια κι ερημιά,
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
που κατεβαίνει απ' τα βουνά,

οι εργάτες έχουν μέση αδράχτι,
τ' αφεντικά σβέρκα παχιά,
 άκου τον άνεμο ,διαβάτη,
που κατεβαίνει απ' τα βουνά,

δουλειά δεν έχεις ούτε αγάπη,
ποιαν αγαπάς, ποια σ' αγαπά,
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
που κατεβαινει απ' τα βουνά,

κάνε , ο παπάς σού λέει, κράτει,
κι όλο κρατιέσαι, φουκαρά,
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
που κατεβαίνει απ' τα βουνά


Άκου τον άνεμο, διαβάτη,
άκου, διαβάτη, τον αγέρα,
σού γνέφει να σε ντύσει αντάρτη,
ντουφέκι σού 'χει και παντιέρα,
η τρέλα που 'θρεψες στο μάτι
στην κάννη σου  θα γίνει σφαίρα,
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
άκου τ' αηδόνια στον αγέρα 
 "ώρα επανάσταση και κάτι"
σημαίνουν στον γλαυκόν αιθέρα  
άκου τον άνεμο, διαβάτη,
άκου , διαβάτη, τον αγέρα. 
ά. - λεύτερη Πίνδος-9 Αλωνάρη του 2016







Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Στη χλωμή σου ωραία αβεβαιότητα




Πόσο όμορφη, αγάπη μου, είσαι
στη χλωμή σου ωραία αβεβαιότητα,
τα μαλλάκια τα μαύρα σου λύσε,
στων στηθιών σου τα κάστρα τ' απόρθητα

να πιαστώ ν' ανεβώ, τα μαλλάκια σου
τα στεφάνια στα πράσινα μάτια σου.
ά. - λεύτερη Πίνδος - 6 Αλωνάρη του 2016

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

2ώρ. 37' 29''


....στο κατωφλι των 54 μου χρόνων, πια,έπεσα χτες σ' ένα blog με τους ..καλύτερους ever Έλληνες μαραθωνοδρόμους...http://www.runningnews.gr/item.php?id=3635...%CE% όπου ειδα μεσα και την αφεντιά μου....2ώρ.37λ.29δ. στο Μαραθώνιο της Ρόδου, το 2000...ωστόσο, ζυγίζοντας τώρα τα τρεξίματα και τις οκάδες ιδρώτα στα 35 χρόνια που τρέχω μεγάλες αποστάσεις, βάνω πάνω-πάνω το τρεξιμο στα βουνά...μονάχα εκεί το τρεξιμο ειναι σχολειό κι άγιο δισκοπότηρο...κι άλλα πολλά...και νόστος πάνω απ' όλα για καθέναν που νιώθει πατρίδα του τις ψηλές κορφές των βουνών με την Αλήθεια και το Αιώνιο κι αγέραστο Μεγαλείο τους...
2.37.29
Κάποτε ετών που 'μουν τριάντα εφτά
-δεκάξι Απριλίου του δυο χιλιάδες-
"δύο τριάντα εφτά είκοσι εννιά"
έτρεξα Μαραθώνιο, μα οι οκάδες
ιδρώτα , τριάντα τόσα συναπτά
χρόνια, που στα τρεξίματα έχω χύσει,
πήραν αξία απ' τις ώρες στα βουνά
που εξόδεψα να τρέχω μες στη φύση
σαν λύκος ν' ακουρμαίνομαι γυμνός
τον ψίθυρο του πεύκου και του βράχου
και τ' Άγιο των βουνών ν' αρμέγω φως
που μόνο στ' οδοιπόρου του μονάχου
και στου δρομέα που μόνος τρέχει αυτός,
χαρίζεται και δίνεται για βιός του,
το Φως τ' άχραντο, των βουνών το Φως
της Λευτεριάς του Ωραίου και του νόστου.
ά. - λεύτερη Πίνδος 

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Βροντούσανε στα σπλάχνα του κλαρίνα...


(στη φωτογραφία, πίνακας του Αντώνη Γιάγκου) 

 Έτσι στο Στίχο που  είχεν εντρυφήσει 
και στην ανήκουστη τη μουσική 
της ερημίας , τις νύχτες ραβαϊσι 
έστηνε Πωγωνίσιο ως την αυγή 

 στην κάμαρη, της νύχτας  δροσαγέρας, 
πρίγκηψ των ίσκιων, άγγελος κι αμνός,
κι ας ήταν ορφανός , γλυκός πατέρας 
τού  'στεκε ο Στίχος  φίλος κι αδερφός. 

Βροντούσανε στα σπλάχνα του  κλαρίνα 
"σήκω Μαργιόλα".Η φλέβα του ανοιχτή
γραμμή τηλέγραφου Γιάννενα-Αθήνα, 
 στην Πίνδο έβρισκε μόνο ν' ακουστεί. 

Κι εντέλει απ' το βαθύ το σαυτόν γνώθι,
-παράταιρος στον κόσμο αυτόν εδώ- 
μια νύχτα στα Τζουμέρκα απογειώθη 
τρελό αηδονάκι, μόνο, αποσπερνό. 

ά. - λεύτερη Πίνδος

                                                             

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Είδα προψές στον ύπνο μου τον Ηρακλή τον Κάκαβο




Γι' αυτούς τους καλλιτέχνες που ξοδέψανε
τη ζήση τους χαμένοι στη νιρβάνα τους
κι από βραβεία και δόξες ενηστέψανε
και δεν τους έμαθε ποτέ μήτε κι η μάνα τους,

γι' αυτούς προψές ένα τραγούδι έγραψα
κι εδάκρυσα κι εμάτωσα κι εράγισα
κι ύστερα σε τρανή φωτιά το πέταξα
και το 'καψα κι ολοσχερώς το αφάνισα

κι οι στάχτες του στο κρύο χώμα επέσανε
μακριά πολύ απ' τη φωτιά τη μάνα τους
σαν και τους καλλιτέχνες που ξοδέψανε
τη ζήση τους χαμένοι στη νιρβάνα τους.
.....................................................
Είδα προχτές στον ύπνο μου
τον Ηρακλή τον Κάκαβο
αρμένιζε στον Άραχθο
μες σ' ένα σαπιοκάραβο

"-Κάκαβε με τη λύρα σου
και τ' άσπρα σου τα γένια
κέρνα τα έρμα αητόπουλα
λόγια μαλαματένια"
ά. - λεύτερη Πίνδος - 1 Αλωνάρη του 2016, 21.20

Ο Αλωνάρης






ΜΕΣ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ,ΚΟΙΜΑΤΑΙ Ο ΑΛΩΝΑΡΗΣ
Μες στις θαλασσινές σπηλιές
κοιμάται ο Αλωνάρης
του θέρους ο αυτοκράτορας
της γης ο δουλευτάρης,

έχει τα μάτια λιόχαρα
φεγγάρια αρμενισμένα
και τα χρυσά μαλλάκια του
στα πέλαγα απλωμένα,

βγαίνει γυμνούλης τις νυχτιές
στης ξαστεριάς τον όχτο
κι οι κορασιές στον ύπνο τους
πλαντάζουν απ' τον πόθο

που 'ναι γλυκός στον έρωτα
και στα φιλιά κιμπάρης.
Μες στις θαλασσινές σπηλιές
κοιμάται ο Αλωνάρης...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Οι χρηματαποστολές





 http://news.in.gr/greece/article/?aid=1500087374

Οι ρουφιάνες οι ρουφιάνες
οι χρηματαποστολές
είναι αγαπησιάρες μάνες
μ' εκατόν οχτώ θηλές

τις θηλάζεις τις δαγκώνεις
το κεφάλαιο ξαλαφρώνεις
τις θηλαζεις τις αρμέγεις
τους βιομηχάνους κλέβεις, 

πρόσεξε μονάχα να 'ναι
ασφαλή και να γυρνάνε
σπίτι -κι ας οπλοφοράνε-
τα παιδιά που τις φυλάνε.


Οι ρουφιάνες οι ρουφιάνες
οι χρηματαποστολές
είναι γκαστρωμένες μάνες
με ολόχρυσες κοιλιές

με καισαρική στο δρόμο
και το μάνλιχερ επ' ώμου
μες στα χέρια σου γεννάνε
ξαλαφρωνουν τραγουδάνε, 

πρόσεξε μονάχα να 'ναι
τα παιδιά που τις φυλάνε
ασφαλή και να γυρνάνε
σπίτι κι ας οπλοφοράνε. 
ά. - λεύτερη Πίνδος

Εγιόρταζε κι η πέτρα...


O Πέτρος γιόρταζεν εχτές,
μα γιόρταζε κι η πέτρα,
κι επήγα πάνω στις κορφές
της Γκιώνας χίλια μέτρα,

σπίτι της, να τραταριστώ
κι αγρίμι να προβιβαστώ.

Της πήγα δυο κυκλάμινα
του Μεγαλοσαββάτου,
να μου βαστήξει άμυνα,
σαν θα κινάω για κάτου,

πέτρα να γίνω, μη σκιαχτώ,
μες στον Αχέροντα σαν μπω.
.....................................
Στο σαλονάκι της, αητοί,
ασπάλαθοι, ευζωνάκια,
κλεφτόπουλα κι αρματωλοί,
'λαφάκια κι ανταρτάκια,

παίζαν' τους δίσεκτους καιρούς,
πεντόβολα ως τους ουρανούς.

Κοντά-κοντά κι ο Μπολιβάρ,
ο Τσε κι ο Δυοβουνιώτης,
ο Τίτο κι ο Σκεντέρμπεης
κι ο Άρης Βελουχιώτης,

ψάχναν' αιτία κι αφορμή ,
να ματαβγούνε στο κλαρί.

Μα η Σάντα Κλάρα μακρινή,
κλειστά τα Δερβενάκια
κι ο Γοργοπόταμος γιορτή
με μπύρες και σουβλάκια...

Κι άναψαν άφιλτρο βαρύ,
του κόσμου την υπομονή.
....................................
Τέλος των πάντων, οι ουρανοί
δεν το 'κρυβαν το θάμα,
γιατί είχε η πέτρα τη γιορτή
κι ευώδιαζαν θυμιάμα

και "-Χρόνια -εψέλνανε- πολλά ! ",
δυο τάγματα αρχαγγελικά.
...................................
Αρχάγγελος δεν ήμουνα
να ζήσω χίλια χρόνια,
παρά κλαράκι στου σκληρού
καιρού τα παραγώνια,

προτού χαθεί αργά-αργά ,
σκήθρα τη σκλήθρα στη φωτιά.

Κι ένιωσα δυο φορές θνητός
κι ανύπαρκτη ουσία,
εκεί που η πέτρα είχε γιορτή
και κράτος κι εξουσία.

-Κι αχ μάνα μου -είπα- να 'μουνα
μαύρη πετρούλα στα βουνά.
................................
Ο Πέτρος γιόρταζε προχτές,
μα γιόρταζε κι η πέτρα,
του Πλάστη η Ύλη η Κραταιά,
η χθόνια,γκρίζα αφέντρα,

που θα μας πάρει αγκαλιά,
κάτω στα Σκοτεινά Νερά. 


α. - λεύτερη Πίνδος

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Σαν θα χτυπήσει η κόκκινη του Παρνασσού η καμπάνα . . .






Γιορτάζει ο Πέτρος σήμερα, 
γιορτάζει όμως κι η πέτρα, 
του Πλάστη η Ύλη η Κραταιά,
η χθόνια,γκρίζα αφέντρα,

γιορτάζουν και τα πλάσματα 
που πάτησαν ψηλά της, 
στον κόρφο της, στις πλάτες της 
και στ' άγια τα βουνά της,
γιορτάζουν κι όλοι οι αντάρτηδες
λησμονημένοι οπού 'ναι,
και καρτερούνε, στο κλαρί
να ξαναματαβγούνε,
μισοί στις ντάπιες τις ψηλές
μονάχοι, πετρωμένοι,
μισοί βαθιά στα μνήματα
με τ' άρματα ζωσμένοι,
βουνά ψηλά περπάτησαν
ορθοί-ψηλοί δυο μέτρα
με συντροφιά τον άνεμο
τον Άρη και την πέτρα...
...................................
Σαν θα χτυπήσει η κόκκινη
του Παρνασσού η καμπάνα,
θα κλάψει του εξουσιαστή
και του φασίστα η μάνα... 
ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Η κίχλη κι ο αστός-ψευτοκαλλιτέχνης




 ...πώς το 99% των σύγχρονων αστών-ψευτοκαλλιτεχνών, χωμένοι-χαμένοι στο απίστευτο ναρκισιλίκι τους, βομπαρδίζουν τις μάζες με σκατό , συνεπικουρούμενοι  απ' το σύστημα με τα ανίκητα μέσα του...σκοπός τους ένας:να πνίξουν τη βοή που 'ρχεται  απ'  
 τα πέρατα του κόσμου και καλεί σε ξεσηκωμό κι επανάσταση..."Είμαι ένας κομιστής του φωτός" (!!!!!!!)  δηλώνει ο μαγκάκος αποκάτω, που μες στα τόσα νεφελώδη έως επιεικώς ακατανόητα που λέει, δεν  χαλαλίζει ούτε μια κουβέντα για το ανελέητο κι άνευ ορίων σφυροκόπημα των λαών απ' τον καπιταλισμό, σαν να μη ζει σ' ετούτο τον κόσμο (...και καλά κανει αφού ζει στον δικό του κόσμο  βεβαια) : http://www.in.gr/entertainment/music/interviews/article/?aid=1500086991


 Πώς ξεγλιστράει σαν ίσκιος στην ομίχλη  
η τσίφτισσα η γλυκόλαλη η κίχλη, 
έτσι κι ο "καλλιτέχνης" ο αστός 
μονίμως βασιλιάς και καθεστώς 

γυρνάει και μασκαρεύεται κι ελίσσεται 
το μαύρο μα και τ' άσπρο υπαινίσσεται, 
ωσάν να ζει αλλού σ' άλλη διάσταση 
κι ωσάν να μην ακούει που "επανάσταση" 

βοά το αίμα του εκμεταλλευόμενου 
του φτωχοφουκαράκου του εργαζόμενου, 
ωσάν  να τα 'ναι όλα  καμωμένα 
ωραία και δίκαια κι όμορφα σιαγμένα, 

έτσι ο αστός ο ψευτοκαλλιτέχνης 
ο πρεσβευτής μιας σάπιας δήθεν τέχνης  
της εξουσίας γκεσέμι κι ευνοούμενος 
κι ο πάντα παντί τρόπω προωθούμενος, 

τα φύκια για μεταξωτές κορδέλλες 
πουλάει, και τσαχπινιές κι ωραίες τρέλες 
σερβίρει κάργα διανοουμενίστικες, 
κι εσύ που χρόνια τώρα τον οσμίστηκες, 

τις μαλακίες του λούζεσαι σε δόσεις 
αντί να πας και να τον ξεβρακώσεις 
μια νύχτα εκεί που βγαίνει κι εμφανίζεται 
και καλλιτέχνης κι ευφυία λογίζεται 

στον νου του τον βαριά ναρκισσευόμενο 
τον πλήρως απ' το σύστημα ελεγχόμενο.  
....................................................... 
Αν δεις βαπόρι στο Χελμό  
και τραίνο μες στο Αιγαίο, 
θα δεις και καλλιτέχνη αστό 
με τάλαντο πηγαίο, 

ότι μακριάθε απ' τα βουνά 
την Όστρια και τον κέδρο 
κι απ' τ' αηδονιού καθώς σκιρτά
το λάλημα τ' αλέγρο , 

παίρνει ψυχούλες το μπετό, 
μούχλα κι αιθάλη ζέχνει, 
μην ψάχνεις γλύκα και θεό 
μηδέ ανθρωπιά και τέχνη. 
ά. - λεύτερη Πίνδος