Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Σαν να μην έχει αλλού ζωή...

 ...στις στιγμές που αληθινά και σε βάθος έζησα, τραγούδια γεννώντας... 

Σαν να μην έχει αλλού ζωή για εμάς την ώρα εκείνη 
σαν να 'ναι η μαύρη πέννα μας του Γαλαξία το φως 
στων στίχων την απόκοσμη βουλιάζουμε τη δίνη 
οπού 'χει κράτος μοναχά της ρίμας ο θεός 

 ώσπου με της  απόκοσμης της γέννας την οδύνη  
τραγούδι να φανερωθεί στα μάτια  μας εμπρός,
σαν να μην έχει αλλού ζωή για εμάς την ώρα εκείνη 
σαν να 'ναι η κιθαρούλα μας του Γαλαξία το φως.  
ά.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Το ποίημα δε σκολάει ποτέ

...στις στιγμές που απ' τη ζωή μου έκλεψα , για ν' αλλάξω πάλι και πάλι, έναν στίχο, μια λέξη, μια νότα απ' τα ποιήματα-τραγούδια μου...το ποίημα δε σκολάει ποτέ...το γραφουμε, θα το ξαναγράφουμε, θα το μερεμετίζουμε , ως και πεθαμένοι ακόμα:μαύρο πουλί η έγνοια μιας ζωής γι' αυτά (τα ποιήματά μας) , θα φτερουγάει μέσ' απ' το χάσκον κρανίο μας, θ' ανασηκώνει τη βαριά πλάκα στο κιβούρι μας, και θα πετάει να τρυπώσει στ' αραχνιασμένα πια τετράδια με τους προχειρογραμμενους-διορθωμένους στίχους, εκεί μες στην κάμαρη που εγράφαμε κι εγράφαμε, σαν να μην είχε αλλού ζωή για 'μάς τις ώρες εκείνες... 

Το ποίημα δε σκολάει ποτέ, 
βγάνει μαύρες φτερούγες
και πάει τις νύχτες για καφέ 
στων Χερουβείμ τις ρούγες, 

σκοπό γυρεύει αγγελικό 
σε χείλια μελωμένα  
κορμιά να τέρπει με ρυθμό
φιδίσια καμωμένα,  

κρύβεται και δεν φαίνεται
μες στου φιλιού την άχνη
κι ο ποιητής τρελαίνεται 
κι ο ποιητής το ψάχνει, 

στο σύννεφο, στον ποταμό 
στο μαύρο το σκοτάδι, 
στο πέλαγο, στον ουρανό, 
στης νύχτας το πηγάδι, 

στη γύρη τ' άσπρου κατιφέ 
που καίει τις πεταλούδες. 
Το ποίημα δε σκολάει ποτέ, 
βγάνει μαύρες φτερούγες.  
ά. - λεύτερη Πίνδος


Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Εμείς οι εύθραυστοι...



Εμείς οι εύθραυστοι σαν της κλωστής τα νήματα, 
εμείς  οι άτρωτοι, οι σκληροί ωσάν τ' ατσάλι, 
εμείς οι φλύαροι σαν του γιαλού τα κύματα, 
κι ωσάν κερί, οι βουβοί εμείς, στο μανουάλι,

εμείς τ' αγκάθι, η συννεφιά, το πικραμύγδαλο, 
εμείς  ο ήλιος κι η παράδεισος η ζώσα,
εμείς τ' απόδιωγμα, τ' αταίριαστο, το σκύβαλο,
εμείς  η σάλπιγα του Προμηθέα, βοώσα, 

εμείς με το 'να το ποδάρι μες στα μνήματα 
και στ' άστρα απάνω, ακάματο, γιγάντιο τ' άλλο,
εμείς τη μια στιγμή πεσμένοι, νάνοι,θύματα , 
για θάμα ορθοί, την άλλη,απρόσμενο, μεγάλο,

εμείς που δυο ,θαρρείς, μανούλες μάς γεννήσανε ,
νεράιδα η μια κι η άλλη μάνα-κακομοίρα, 
κι οι Μοίρες  στα πικρά τα σπλάχνα μας κεντήσανε
μια μοίρα αλλιώτικη από των πολλών τη μοίρα...
ά. - λεύτερη Πϊνδος


Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Μαύρη πέστροφα



 https://www.facebook.com/AgelosPapagewrgiou?fref=nf
-Αχ ! μη με λες, καρδούλα μου, της είπε, "ποιητή".
Ο Κάλβος ναι, ήταν ποιητής! Πώς λες ποιητή κι εμένα;
Μα αν θες να λες κάτι για εμέ, να λες "με το κορμί,
και με το πυρωμένο του, γράφει ετούτος, το αίμα, 

κι επήρε ,όπως τα σπλάχνα του βογκήξαν', τη ζωή,
κι ωσάν τη μαύρη πέστροφα, κόντρα τραβάει στο ρέμα"
-Αχ ! μη με λες, καρδούλα μου, της είπε, "ποιητή",
Ο Κάλβος ναι, είναι ποιητής! Πώς λες ποιητή κι εμένα;
ά. - 17 Μάρτη του 2016 - λεύτερη Πίνδος

Τα 17 πουλιά στην Παμβώτιδα

(photo: Κώστας Παναγιώτου) ...πλάι στην Παμβώτιδα,δυο βήματα απ' το καφενείο, τα πουλιά κοιτούν-αποθεώνουν τη μαγεία του απρόβλεπτου κόσμου των αντικατοπτρισμών μπροστά τους, κι αγνοούν επιδεικτικά την πεζότητα των αφόρητα προβλέψιμων διπόδων που βολταρουν πίσω τους...

Αυτός επέρναγε μετρούσε τα πουλιά
 στο κάγκελο που εστέκονταν μαρμαρωμένα
τα 'βγαζε, χρόνια τώρα, πάντα δεκαεφτά
κι αυτά ανύπαρκτο τον βγάζαν' και κανένα

γιατί είχαν μάτια μοναχά για τα νερά
που κρυφανάδευε βαθιά η κυρα-Φροσύνη
κι όχι για φλώρους που επερνούσαν στη στεριά
πεζοί χωρίς μια στάλα ωραία παραφροσύνη ,

όσο που εστάθηκε μια μέρα στη βροχή
στις λυγαριές για ν' απαγγείλει Μαγιακόφσκι 
κι αυτά στην τρέλα του βαρώντας προσοχή   
τιμές τού απέδωσαν στου καφενείου το κιόσκι.
ά. -26 Μάη του 2016- λεύτερη Πίνδος





Έγραφε όπως ανάσαινε, όπως έτρωγε . . .


Έγραφε όπως ανάσαινε όπως έτρωγε 
όπως ρουφούσε τον πρωινό καφέ του.
Το ζάχαρό του -το 'βλεπε- έτσι ρύθμιζε: 
τη γλύκα είχεν ο στίχος τού κουφέτου, 

ούτε κι επιβλαβή ούτε κι αδιάφορη 
μα αυτό που ζήταγε ο οργανισμός του: 
ένα γλυκό υπερκόσμιο ανακάτωμα 
να μπαίνουν σε μια τάξη όλα τα εντός του, 

απ' το ζαχαροκάλαμο που εκάρφωσε 
η μοίρα του  στην άκρια εκεί του πέτου. 
Έγραφε όπως ανάσαινε όπως έτρωγε 
όπως ρουφούσε τον πρωινό καφέ του. 
ά. -λεύτερη Πίνδος 

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Τα ποιήματα που γράφουμε


Είναι λοιπόν τα ποιήματα που γράφουμε, 
το ντροπαλό μας  πέρασμά  απ' την Πλάση,  
το πάτημα, το μιας στιγμής  στροβίλισμα 
στο αιώνιο του Ρυθμού το χοροστάσι, 

 θα τα γρικάμε κάτω από τα χώματα 
στου Άδη τις περατιές σαν θα γυρνάμε 
καθώς θα κροταλούν μες στα τετράδια, 
κι "ακούστε, ω! φίλοι, ακούστε πώς βροντάνε" 

θα λέμε στους νεκρούς συνταξιδιώτες μας,
κι αυτοί με συγκατάβαση, γελώντας 
θα κάνουν πως τ' ακούν', μονάχα τη βουερή 
κατεβασιά του Αχέροντα γρικώντας. 
ά. -17 Απρίλη του 2016 - λεύτερη Πίνδος

Θα ξανάρθω σε πέντε γενιές!


...κι αφού διαπιστωμένα πλέον, το κεφάλαιο ειναι εφτάψυχο, κι η πλουτοκρατία γαμεί και δέρνει πατώντας επί πτωμάτων, η ένοπλη πάλη είναι μονόδρομος για να πάρουν οι λαοί τις τύχες στα χέρια τους...όταν σκοτώθηκε ο Λαμπρος Φούντας, στις 10 Μάρτη του 2010, την άλλη μέρα που το 'μαθα, εν θερμώ έγραψα το τραγούδι "Θα ξανάρθω σε πέντε γενιές"... 14σύλλαβοι πλεγμένοι με 13 σύλλαβους ,που σκάρωσα, και στο καπάκι έπιασα το ακορντεόν και τους μελοποίησα-τραγούδησα-μαγνητοφώνησα εντελώς πρόχειρα σ' ένα μαγνητοφωνάκι..μια κι έξω...το τραγούδι, έτσι πρόχειρα όπως σκαρωθηκε, το έκανε υπέροχο βίντεο ο φίλος μου ο migoleonhttps://www.youtube.com/user/migoleon και το ανεβασαμε εκείνες τις μέρες στο youtube...γράψαμε δε τότε , στους τίτλους του βίντεο,ότι το τραγούδι το έφκιασε ο Λάμπρος Φούντας, γιατί πάντα πίστευα και πιστεύω , και το έγραψα και χαρακτηριστικά κι υπάρχει γραμμένο εκεί κάτω απ' την περιγραφή του βίντεο, ότι :
"Τα τραγούδια που προκαλούν μιαν κάποια ελάχιστη συγκίνηση κι έχουν λόγο κι αιτία ύπαρξης, όσο κι αν είναι (;) δημιουργήματα συγκεκριμένων ανθρώπων, ανήκουν στους ήρωες και στις καταστάσεις που τα γέννησαν και στην αύρα λευτεριάς κι αρμονίας που στεφανώνει ό,τι όμορφο κι ευγενές συμβαίνει.
Yπηρετούν την Αλήθεια,το Ανθρώπινο,το Δίκαιο, το Ανυπότακτο κι είναι εξαιρετικά βλάσφημο να υπογράφονται.Τα "υπογράφουν" ,λοιπόν, οι αληθινοί γεννήτορές τους : οι ήρωες που ιστορούνε.Για τούτο, αναφέρεται ο Λάμπρος Φούντας ως στιχουργός, μελωδός κι ερμηνευτής του τραγουδιού.Αυτός το 'καμε."
Μετά, από 4 χρόνια, το "Θα ξανάρθω σε πέντε γενιές" , ενορχηστρωμένο μεν αλλά στην ίδια γραμμή, το βάλαμε κσι στο δισκάκι "Ο άγγελος ο Ιτζουμερ"...Ακούγεται αποκάτω σαν σχόλιο.....
ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΓΕΝΙΕΣ
..Μαύρο σκοτάδι ολόγυρα
κι ωραίο Φως εντός μου...
...μα, θα ξανάρθω, σύντροφοι...
..σε πέντε γενιές...
........................................ ­........................................ ­.......
Αν ήμουν κόρακας, χρόνια διακόσια να ζήσω,
δάσκαλος τσίφτης θα πάαινα στην Πίνδο ψηλά,
σ' ένα σχολειό, μες στα ζούδια τ' αθώα, βουνίσιο,
πέντε γενιές ,σύντροφοι, να σπουδάξω παιδιά. 

Θα δασκάλευα, σύντροφοι, πέντε γενιές,
μια και δυο για ν' αλλάξω τον κόσμο φορές.
Αηδονάκια, μικρά, 'μπρος στης Γκιώνας τον πέτρινο πίνακα,
θα τα βάφτιζα αητούς, στ' άστρου τον μαυροκόκκινο πίδακα. 

Με γραφές πέτρινες, θα τους μπόλιαζα ωραία, βουνίσια
υποδόρια, αυτόνομα θάματα, παλληκαρίσια,
κι υποδόριες επαναστάσεις,
από μία στις έξι τις τάξεις !
........................................ ­........................................ ­.......
Είναι κρύο πολύ το φεγγάρι, απάνω απ' τ' Αγρίνιο,
όπως λέει το τραγούδι, συντρόφοι μου, σαν τ' αλουμίνιο.
Πέντε κίσσες στο μνήμα μου, σαν χαρτορίχτρες γριές,
"-Θα ξανάρθεις -μου λέν' - πάλι, Λάμπρο, σε πέντε γενιές!" 

Θα ξανάρθω, συντρόφοι, σε πέντε γενιές,
μια και δυο για ν' αλλάξω τον κόσμο φορές.
Αηδονάκια, μικρά, 'μπρος στης Γκιώνας τον πέτρινο πίνακα,
θα βαφτίζω αητούς, στ' άστρου τον μαυροκόκκινο πίδακα. 

Με γραφές πέτρινες, θα μπολιάζω, συντρόφοι, βουνίσια
υποδόρια, αυτόνομα θάματα, παλληκαρίσια,
κι υποδόριες επαναστάσεις,
από μία στις έξι τις τάξεις!
ά. - λεύτερη Πϊνδος

Γιαννιώτικη βροχή


 



 Όπου, τρέχοντας  πριν λίγες μέρες,κατά τις 8, πριν το σούρουπο,δίπλα στη λίμνη των Γιαννίνων και προς την Καστρίτσα, μ' έπιασε άγρια βροχή.Χαλάζι κι αγέρας δυνατός.Βορειοδυτικός. Κι όταν λέμε "βροχή", εννοούμε να 'χουν ανοίξει οι ουρανοί.... Σημείο!!!
Μούσκεμα ως το κόκαλο, το χειρότερο είναι να σταματήσεις να τρέχεις.Ειδικά με τέτοιον αγέρα.Παγώνεις.Πόσο μάλλον, όταν τρέχεις  γυμνός απ' τη μέση και πάνω, όπως το 'χω εγώ συνήθειο, χρόνια τώρα. 
Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, είναι να συνεχίσεις να τρέχεις μ' αμείωτο ρυθμό. 
Ε, κάπως έτσι, γίνεσαι ένα με τη βροχή, αδερφός της και φίλος της.Και μ' όλα, τριγύρω.Ζωντανά κι άψυχα.Αδερφός και φίλος πάλι.Και με τα σύννεφα, πάνω.Αδερφός και φίλος.Κομμάτι κι εσύ αδιαίρετο της Πλάσης, σάρκινη χάντρα στο άφθαρτο κι αιώνιο κομπολόι του Σύμπαντος. 
...Και πας...Και πας...Ως που, μες σε τούτο το ασυνήθιστο σκηνικό -κι είν' αλήθεια πως σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, βιώνεις πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλόκοτα κι όμορφα- έρχεσαι σ' έκσταση κι αρχινάς να βλέπεις και ν' ακούς πράματα.Ακούς στίχους ποιητών που αγαπάς.Γεύεσαι ψήγματα αθανασίας, έτσι που μ' όλη σου την αλκή τρέχοντας, σκίζεις  το μαύρο κι ογρό σκοτάδι και ξορκίζεις-νικάς του θανάτου το φόβο, τον ανίκητο ως τα τώρα...Στη βροχή πάντα...Στη Γιαννιώτικη βροχή που, τόσο συχνά που πέφτει, είναι ένα με τα Γιάννενα...Απ' όταν επλάστη ο κόσμος...Άγιο και κρύο μύρο, στις πλάτες της πάλαι ποτέ όμορφης μικρής μας πόλης...
 ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ
Κι όπως το σούρουπο έτρεχα στις παραλίμνιες στράτες,
κι απάνω η ογρόστομη η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα 
μού  'πεφτε αγίασμα στις γυμνές τις ξαναμμένες πλάτες, 
στο κομπόλόι του Σύμπαντος σάρκινη ένιωθα χάντρα  

μια χάντρα εγώ, χίλιες της Γης τ' αθώα τα πεταλούδια, 
χίλιες του αιθέρα οι μυρουδιές, χίλιες τα γκρίζα νέφη, 
και χίλιες τα μυριόστομα λυπητερά τραγούδια 
που φτάναν' πέρα απ' το θολό, μαύρο της νύχτας ξέφτι,  

-τραγούδια για το θάνατο και τις παλιές αγάπες, 
του Καρυωτάκη, του Άσιμου, του Λαπαθιώτη, του Άγρα-,
και θούρια για τους ταπεινούς στις παραλίμνιες στράτες 
ανάρια ως έψελνε η βροχή η κοσμοαπολυμάντρα

ως πού  'φτανε η γλυκιά η ζωή, κι ως πού η θανή κι ο ζόφος
μήτε που μ' ένοιαζε, έτσι αργά που εγλύκαινε τριγύρω 
η Πλάση κι ο Ηπειρώτικος φτωχός γενέθλιος τόπος 
απ' της Γιαννιώτικης βροχής τ' άγιο το κρύο το μύρο...  
ά. 
τρέχοντας στη βροχή...στη Γιαννιώτικη αιώνια βροχή...

Πέρα στις πετροθάλασσες




...ετούτο το βίντεο αποπάνω , με τα στιγμιότυπα στα οποία φαίνομαι να τρέχω, τον Ιούλιο του 2010, στο βουνό Λάπατα -1400 μέτρα- των Τζουμέρκων,πάνω ακριβώς απ' το χωριό που γεννήθηκα, και με τους στίχους μου "Πέρα στις πετροθάλασσες" και το οργανικό "Οι χαρταετοί" του Μίκη Θεοδωράκη, είναι μια ομολογία πίστης, για μένα : τα βουνά με την απαράμιλη ομορφιά τους ... το τρέξιμο πάνω σ' αυτά...η αλκή του κορμιού...το ταξίδεμα του νου...το λουτρό της ψυχής...η έμπνευση... η αρμονία...ο συμπυκνωμένος χρόνος...τα ψήγματα αθανασίας...η αληθινή ζωή... η ζωή που είναι συνάμα και Ποίηση,ψηλά στα βουνά...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πάντοτε, οι δυό τους . . .



Κάτσαν' και παίξανε, προτού γίνουν ένα κορμί,
τραγούδια με μια ερωτική γλυκιά μελαγχολία,
του Σταυριανού του Λεοντή  του Αργύρη Μπακιρτζή, 
κι όταν πια πλέον ο Έρωτας χωρίς αμφιβολία 

ολούθε  είχε διαχυθεί, σε φλέβες, μάτια, αρμούς, 
κι ως και σε κάθε απόμερη γωνιά του δωματίου, 
τα μουσικά τους όργανα απιθώσαν', και γυμνούς 
πάνω ψηλά απ' την Τσιμισκή, ένας άγγελος Κυρίου

τους σήκωσε σε σμίξιμο, σε μαγικό χορό,
σ' άφατο, θείο, ερωτικό κλυδωνισμό και μέγα, 
τέτοιον που διαταράχτηκε το στάτους τ' αστρικό 
απ' την Κασσιόπη ως τον Κριό κι απ' τον Ερμή ως το Βέγα, 

κι η γάτα χάμω που  ένιωσε πως το μαγνητικό 
πεδίο σφόδρα αλλοιώθηκε στη γήινη τη σφαίρα,
έντρομη, από τ' ακορντεόν ψηλά το ιταλικό 
χώθηκε κάτω απ' της λευκής κιθάρας την ταστιέρα,  

ζηλεύοντας της νεαρής αφέντρας τη βουερή, 
το Σύμπαν που έσειε απ' τις φωνές συθέμελα, ευτυχία.
Πάντοτε , οι δυό τους  παίζουν πριν γίνουν ένα κορμί,  
τραγούδια με μια ερωτική γλυκιά μελαγχολία. 
ά. -14 Μάρτη του 2016  

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Εγώ ο δούλος του βουνού, Α. Παπαγεωργίου


 
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=1042986622427732&set=a.139421992784204.26009.100001492111524&type=3&theater
  
...Ο μεγαλύτερος κοινός φόβος, εμένα και πολύ-πολύ κοντινού συγγενικού μου προσώπου, είναι ν' αγνοηθεί απ' τους οικείους η επιθυμία μας ν' αποτεφρωθούμε κι όχι να θαφτούμε ...Φόβος που απαλύνεται με τη διαβεβαίωση που παρέχει ο ένας στον άλλον, ότι τουλαχιστον γι' αυτόν που θα φύγει πρώτος, θα φροντίσει ο άλλος για την αποτέφρωσή του...Αυτό κουβεντιαζαμε οι δυο μας προχτές στο σπίτι στο χωριό, και κλείσαμε την κουβέντα, συμφωνώντας-καλαμπουρίζοντας στα σοβαρά όμως, πως χίλιες φορές στάχτη να σκορπιστούμε εδώ ψηλά στα Τζουμέρκα, ακόμα και μες στο βόθρο του κοινοτικού αποχωρητηρίου, στα 1100 μέτρα όμως κι αγνάντια απ' τη Στρογκούλα, παρά να μας φάει η μούχλα στο χώμα κάτω στον κάμπο
...Μετά, έτσι που χιόνιζε άγρια κι ωραία και φυσούσε παραμυθένια μανιασμένα στο χωριό, βγηκα ν' απολαύσω τη λευκή μαγεία του Τζουμερκιώτικου τοπίου, τρέχοντας ξέστηθος στο χιόνι..Μπροστά μου, ένας χωριανός/φίλος με τη γουρούνα του -αυτό το τετράτροχο που μπορεί ν' ανέβει ως και τη λασπωμένη/πύρινη ανηφόρα της κολάσεως- συντροφιά στα 1300 μέτρα, απαθανάτιζε με το κινητό του,ό,τι μπορούσε και προλάβαινε....Πίσω μου, η πηχτή/παγωμένη/βουνίσια αχλή, που θαρρείς κόχλαζε αγναντια στη Στρογκούλα , κι όλο με ζύγωνε να με κρούξει και να με κάνει πάγο, να μείνω αιώνια αθάνατος εκεί πάνω, ώσπου μ' έφτακε και με πήγαινε στο κοντό,ίσκιος καμωμένος από μύρο ελάτων, άγγελος παρηγορητής και ξαγοράρης και κουβεντιαστής που μού 'λεγε κι όλο μού 'λεγε στ' αυτί και στην ψυχή,όσο τρεχαμε δίπλα-δίπλά μαζί...Εντός μου, στα ποδάρια πρώτα που ακούμπαγαν το χιόνι κι έπαιρναν ρυθμό-το ρυθμό της γης-, στην ψυχή μετά, και στον νου κατόπιν, οι δεκαπεντασύλλαβοι που 'χαν αρχίσει να γεννιούνται απ' τα προτού την ώρα που έγινε ο διάλογος που είπα, και οι οποίοι δεκαπεντασύλλαβοι έγιναν κανονική υπεύθυνη δήλωση αποτέφρωσης ....Με υπογραφή στο τέλος,με ημερομηνία, και με τα όλα της, πιο κι από καμωμένη σε συμβολαιογράφο, έγκυρη ακόμα...... 

Εδώ στου χρόνου τη ρωγμή,στην άγια αυτή στιγμούλα,
δύο χιλιάδες δεκαέξ' στις τέσσερις Μαρτίου,
τρέχοντας ξέστηθος ψηλά αγνάντια απ' τη Στρογκούλα,
εγώ ο δούλος του βουνού, Α. Παπαγεωργίου, 

δηλώνω πως,σαν το σκυλί,στους μείον τρεις Κελσίου,
μ' έξι -σιμά- μποφώρ θρασκιά,στο χιόνι,αποδιωγμένος
της φύσης δεν αιστάνθηκα,μα ως άγγελος Κυρίου
πίσω μου με παράστεκε ένας ίσκιος καμωμένος 

από πυκνή βουνίσια αχλή και μύρο οξιάς κι ελάτου
κι από πικρήν απαντοχή γερόντων που μονάχοι
ξεροσταλιάζουν στο χωριό σούρουπο του Σαββάτου
εις μάτην περιμένοντας τον καφετζή για νά 'ρθει, 

κι ο ίσκιος με συντρόφευε κι ο ίσκιος σκύβει λέει
"εδώ είναι το ρηγάτο σου,εδώ η βαθιά σου ρίζα,
εδώ η μοίρα η άγια σου κι όλα σου τα ελέη,
εδώ στη Τζουμερκιώτικη την πέτρινη μαρκίζα", 

δηλώνω,εφεξής λοιπόν,στου γερακιού το νύχι
σαν θα πιαστώ,να μη με φάει τ' ογρό του κάμπου χώμα,
μα στα Τζουμέρκα σε φωτιά,κεφάλι,σβέρκο,αστήθι
και μέλη μου,στάχτη γλυκιά να γίνουνε,κι ακόμα 

ο πιο τρελός μετά απ' εμέ μες στο χωριό,σακκούλα
να πιάσει,και τη στάχτη μου στ' αποχωρητηρίου
να ρίξει του κοινοτικού,το βόθρο,απ' τη Στρογκούλα
αγνάντια.//Ο δούλος του βουνού,Α.Παπαγεωργίου,
ο τρίτος τού Σωτήρη ο γιος,του δάσκαλου κι αντάρτη.
Δύο χιλιάδες δεκαέξ', τέσσερις μήνα Μάρτη.
ά. - λεύτερη καταχιόνιστη Πίνδος






Νυχτερινός άγγελος


 ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
Θά 'ρχομαι πάντα εκεί που δεν θα με προσμένει 
μήτε η καρδιά σου, μήτε η νύχτα, μήτε εσύ, 
στο προσκεφάλι σου ώσπου να χαράξει η αυγή 
άγγελος θά 'ρχομαι νυχτερινός, να τρέμει 

ο λογισμός σου, τ' όνειρό σου, το κορμί σου,
στήθια, απαλάμες και λαγόνες και μεριά,
το κάθε κύτταρο στα σπλάχνα σου βαθιά, 
το πεπρωμένο σου, η ζωή σου, η υπόστασή σου, 

να τρέμουν όλα ωσάν γυμνά στο ρογοβύζι 
βρέφη που η μάνα τα θηλάζει στο βοριά, 
ώσπου μ' ένα φιλί ν' ανάβω πυρκαγιά 
κι η κάμαρή σου αγάπη ως τ' άστρα να καπνίζει, 

κι απέ να φεύγω, να γινόμαστε δυο ξένοι 
ως την επόμενη που θά 'ρθω πάλι αυγή. 
Θά 'ρχομαι πάντα εκεί που δεν θα με προσμένει 
μήτε η καρδιά σου, μήτε η νύχτα, μήτε εσύ. 
ά. - 16 Δεκέμβρη του 2015 - λεύτερη Πίνδος

Μπαλάντα για τις γυναίκες με το μετέωρο κι αβέβαιο περπάτημα


 https://www.facebook.com/photo.php?fbid=1015317568527971&set=a.139421992784204.26009.100001492111524&type=3&theater
...κι ωσάν έρμο, μαύρο αστάχυ 
όμορφη κι ολομονάχη, 
τη ζηλεύουνε από γύρω 
οι χωρίς ψυχή και μύρο. 
ά. 
...ξέρω μια ωραία γυναικα, γυρω στα 40, στην πόλη μου, λεπτή, με τη "θλιμμένη"  κατατομή  που έχουν οι ευγενείς/ξεχωριστοί άνθρωποι...βαδίζει ατέλειωτα, πάντα μόνη....το περπάτημά της αβέβαιο, μετέωρο...κι αυτή,δυο φορές όμορφη μες στη μοναχικότητά της...βαδίζει σαν να μην εχει προορισμό, σαν να θέλει να λειώσει στο βήμα της τις ματαιώσεις μιας ζωής που περασαν από πάνω της...και κάποιον  μεγάλο ανευόδωτο έρωτα.... 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΚΙ ΑΒΕΒΑΙΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ 
Για τις γυναίκες μια μπαλάντα λέω να γράψω 
με το μετέωρο και τ'  αβέβαιο το περπάτημα, 
που ωσάν προορισμό κανένα να μην έχουν, 
παίρνουν το δρόμο κάθε εσπέρα, οκνά και ράθυμα, 

σαν τις βαρκούλες που άλλη είχαν χαράξει ρότα, 
κι άλλα πια, αθέλητα ταξίδια τώρα κάνουνε, 
με τα ιστία σε πλήρη άπνοια δικασμένα 
και τα κουπιά νωθρά κι αδύναμα να λάμνουνε, 

για τις γυναίκες που σαν στρίψουν στη γωνία, 
θα τις σηκώσει ο αγέρας -λες- παιχνίδια χάρτινα, 
γι' αυτές τις Άγιες μια μπαλάντα λέω να γράψω, 
με το μετέωρο και τ' αβέβαιο το περπάτημα, 

μα πρέπει να 'χει η μουσική ένα κάποιο βάρος, 
κι όχι μια δήθεν λα μινόρε σοβαρότητα, 
στο πέρασμά τους κάποια αξία να προσδώσω, 
τόσο που εβίωσαν της ζωής τη ματαιότητα, 

τόσο που ο έρωτάς τους έπεσε ο μεγάλος, 
νεκρός, σ' αχρείαστο, στη μάχη, ανδραγάθημα. 
Για τις γυναίκες μια μπαλάντα λέω να γράψω 
με το μετέωρο και τ'  αβέβαιο το περπάτημα. 
ά. -1 Γενάρη του 2016 - λεύτερη Πίνδος

Να πας ψηλά κι αζύγωτα, να πας μακριά και πέρα

Δελβινάκι: Δημοτικό Ελεύθερο Ανοικτό Πανεπιστήμιο στο Πωγώνι!

%CF%80%CF%89%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B9

Το Δ.Ε.Α. Πανεπιστήμιο (που θα είναι το πρώτο στην Ήπειρο και ένα από τα λίγα στην Ελλάδα) θα στεγάζεται στο παλαιό Παρθεναγωγείο Δελβινακίου και ήδη έχουν γίνει κάποιες κινήσεις για προσέλκυση επισκεπτών καθηγητών, τόσο από τα Γιάννινα, όσο και από την Αθήνα, οι οποίοι θα διδάσκουν αφιλοκερδώς (θα καλύπτονται μόνο τα έξοδα μετακίνησης), ενώ σε αυτό θα μπορεί να φοιτήσει κάθε ενδιαφερόμενος. 

 (...Αυτό το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, σκέφτομαι  
 πως πρέπει να διδάσκει την Τέχνη της αληθινής ζωής.Να μαθαίνει στους σπουδαστές του, εκεί μες στη μάνα-φύση, πώς  ν' ακουρμαίνονται  τον εντός τους άγιο ρυθμό,το δικό του κι  αλλιώτικο ρυθμό ο καθένας.Πώς να ζούνε,όχι  "κοπιαρισμένα" και ...προγραμματισμένα,αλλά πώς να ζούνε ζωή του Ενός(=ζωή λεύτερη,μοναδική κι άμοιαστη,έτσι όπως τη θέλει ο Ένας,ο Άνθρωπος) ,κατά πώς του ορίστηκε του καθενός:λεύτερα, ξεχωριστά, άμοιαστα, ανθρωπινά...Να ζει ο καθένας σαν τον αητό:να πάει ψηλά κι αζύγωτα, να πάει μακριά και πέρα.. Σαν τον αητό, ψηλά και λεύτερα κι ας μονάχος, κι όχι σαν τα πρόβατα, χάμω κι όλα μαζί και με τη μουσούδα το ένα στον πισινό του άλλου...)

Σχολειό-πανεπιστήμιο 
άνοιξε στο Πωγώνι, 
δασκάλοι είναι ο τζίτζηκας
ο κούκος και τ' αηδόνι, 

ο άνεμος κι ο πλάτανος, 
το ρόμπολο, το κέδρο 
κι ο σπίνος με το λάλημα 
τ' αρχοντικό, τ' αλέγρο, 

κι η γρανιτένια, αδάμαστη
απροσκύνητη αφέντρα
της Πίνδου η αυτοκρατόρισσα
της γης η κόρη, η πέτρα.

Πήγα κι εγώ και σπούδαξα  
 συγνεφοπρωταντάρτης
 και πετροκαθοδηγητής 
 κι ανθοσυνταγματάρχης

και κομισάριος των πουλιών 
Δέλβινο μέχρι Γκιώνα 
και γραμματέας της άνοιξης 
για τούτον τον αιώνα,  

με την εσπέρα χάνομαι
σκορπίζω με το δείλι 
και με γυρεύει η μάνα μου 
και με ζητούν οι φίλοι,

μάνα μ' δεν γέννησες υγιό 
τότες το  '63,
διαμερισματοπόντικα
σακάτη αστό-παρία,

γέννησες μαύρο ποταμό 
να βγαίνει από το Στίχο 
να σπάει ντουβάρια και σκεπή,
να δρασκελάει τον τοίχο

να πάει ψηλά κι αζύγωτα 
να πάει μακριά και πέρα 
στο διάσελο και στο βουνό 
και στον γλαυκόν αιθέρα, 

να μελετάει το Ζέφυρο 
την Όστρια να σπουδάζει, 
τον ήλιο, την αστροφεγγιά 
τη μπόρα και τ' αγιάζι, 

όλα αστραψιά και νύχτωμα 
κι ανηφοριά και κύκλος 
κι αλλίμονο όποιον πρόλαβε 
αδέρφια, ο αιώνιος ύπνος

σαν το πουλί στην ξόβεργα,
δίχως να βγάλει άχνα
χωρίς να νιώσει και να ειδεί   
στο αίμα και στα σπλάχνα 

τι ξέχωρο, ένα τού όρισε 
η μοίρα του, ο θεός του, 
κι ο άμοιαστος κι αλλιώτικος  
ευγενικός ρυθμός του, 

και  στοιχισμένος στους πολλούς 
-μια κόπια, κατά βάθος-  
λάθος τον βγάλαν' τ' άστρα μιά, 
κι εφτά η Νέδα κι ο Άθως...

ΥΓ : Αυτός που διάβηκε χωρίς 
λαμπρός ν' ανθίσει κι Ένας, 
μετρήθηκε απ' τον κεραυνό  
κι απ' το βοριά κανένας!   
ά.-λεύτερη Πίνδος




       


  


Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Ο Malcolm Lowry ο ποιητής



Ο MALKOLM LOWRY Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Όλος ο κόσμος, τις νυχτιές ,πηγαίνει και πλαγιάζει, 
κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής , ποτέ δεν ησυχάζει, 
τη νύχτα , γράφει σαν τρελός, τη μέρα πίνει ουίσκυ, 
ο οίστρος θέλει οινόπνευμα κι η Τέχνη θέλει πίστη, 
θέλει και χίλιους εαυτούς ν' αλλάζεις κάθε ώρα
καθώς αλλάζει ο άνεμος στου καραβιού την πρώρα, 
να πολεμάς, να δέρνεσαι, ν' αγκομαχάς, να στέργεις,
να πας δεξιά, να πας ζερβά, νά 'ρχεσαι και να φεύγεις,
σαν Κάτω Απ' Το Ηφαίστειο,αγρίμι λαβωμένο 
που η λάβα ως φτάνει, σούρνεται, 'μπρός-πίσω αλαφιασμένο, 
για μιαν ακόμα ανασεμιά,για μια αστραψιά στο δείλι 
για μια στερνή του ανέμου ηχώ,σαν από γιουκαλίλι. 
...................................... 
Όλος ο κόσμος,κόσμο πάει τη μέρα για να βρίσκει, 
κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής ,βουλιάζει μες στο ουίσκυ, 
γερά φτερά να βγάλει ο νους,ν' αναληφτεί να φύγει
με πέντε λέξεις ακριβές στην άκρη στο μολύβι.  

ά. - λεύτερη Πίνδος